O Ερυσίχθων

Εισαγωγή

Με τον μύθο του Ερυσίχθονα ασχολήθηκαν πολλοί αρχαίοι ποιητές και μυθογράφοι, όπως ο Καλλίμαχος στον έκτο του ύμνο προς τη Δήμητρα, ο Λυκόφρων, ο Νίκανδρος και ο Οβίδιος. Είναι μια εντυπωσιακή ιστορία που παραμένει επίκαιρη και αποτελεί ένα διαχρονικό μήνυμα στην ανθρωπότητα.

Για την αναπαράσταση του μύθου επιλέξαμε τον αρχαιολογικό χώρο της Δωδώνης, το αρχαιότερο μαντείο της Ελλάδας, όπου λατρευόταν η ιερή φηγός. Στις ρίζες της κατοικούσε ο Δίας και η Διώνη. Επί αιώνες έρχονταν προσκυνητές να ζητήσουν λύσεις στα προβλήματά τους. Έπαιρναν τους χρησμούς από το θρόισμα των φύλλων του δέντρου και από άλλους ήχους (περιστέρια, πηγή που έβγαινε από την κοιλότητα του δέντρου, χάλκινοι λέβητες…) Στη Δωδώνη οι ιέρειες και οι ιερείς κοιμούνταν στο χώμα και κυκλοφορούσαν ξυπόλυτοι για να μην χάνουν ποτέ την επαφή με τις χθόνιες δυνάμεις και την ικανότητά τους να ερμηνεύουν τα σημεία των θεών.

Εκεί, μπροστά στην ιερά οικία κάτω από την σκιά του ιερού δέντρου ξεκίνησε η αφήγηση του μύθου. (Μπορείτε να τον διαβάσετε πατώντας το κουμπί: «Ανάγνωση παραμυθιού» ή να ακούσετε την αφήγησή του.)

Μετά την αφήγηση τα μέλη της ομάδας άρχισαν να συντονίζονται και να εκπροσωπούν τους ήρωες και τις οντότητες του μύθου. Οι αντιδράσεις των εκπροσώπων άρχισαν να υπερβαίνουν την οικολογική ερμηνεία του μύθου. Η εικόνα του Ερυσίχθονα, ως ενός ασεβούς και βέβηλου βασιλιά με εγωιστικά κίνητρα, στην πορεία αλλάζει. Η αναπαράσταση βιώνει τον μύθο σαν ένα εξελικτικό στάδιο της ανθρωπότητας στην οποία οι οραματιστές είναι πολύ συχνά οι δράστες και τα θύματα.

 

Περιγραφή της αναπαράστασης     Ιούνιος 2018      «Παραμένω στη ρίζα, αν και έχει κοπεί το δέντρο!»

( Η ετυμολογία του ονόματος Ερυσίχθων είναι Αυτός που χαράζει-πληγώνει την γη)

Από την αρχή της αναπαράστασης, τη στιγμή που ξεπρόβαλε η εκπρόσωπος του Ερυσίχθονα, καταλάβαμε, ότι μαζευτήκαμε για  χάρη του. Όχι για να τον κρίνουμε, αλλά να τον ανακαλύψουμε  μέσα μας, για να μπορέσουμε να φέρουμε σε ισορροπία τις ισχυρές δυνάμεις της αυτοπροβολής και τις δημιουργίας από τη μία πλευρά με τις συνέπειες των αλλαγών που ακολουθούν από την άλλη…

Στην αναπαράσταση εμφανίστηκαν διάφορες πτυχές του Ερυσίχθονα. Κυρίαρχη ήταν αυτή του οραματιστή-επαναστάτη που ξεκινά ένα καινούριο έργο. Η πτυχή αυτή ένιωθε πολύ ταραχή και ένα έντονο αίσθημα αδικίας για την τόσο σκληρή τιμωρία. Είπε: «Δεν νιώθω ένοχος! Δεν έχω συναίσθηση ότι κάτι καταπατώ. Τις προειδοποιήσεις τις βλέπω σαν εμπόδια-προκλήσεις που καλούμαι να ξεπεράσω. Δεν μπορεί ο θεός να είναι τιμωρός όταν μου έχει δώσει την ελεύθερη βούληση!» Στην ερώτηση της συντονίστριας, γιατί δεν έδρασε κάπως πιο αναίμακτα, απαντάει ο Ερυσίχθων: «Ότι είναι επαναστατικό, έχει και αίμα.»

Μια γυναίκα συντονίστηκε με τη Φωνή της εξέλιξης, της προόδου, εκφράζοντας δέος για το μεγαλείο του χώρου. Τα λόγια της ήταν ανατρεπτικά! Χαρακτήρισε τον Ερυσίχθονα ως ευγενικό άνθρωπο. Είπε: «Ποια αλόγιστη καταστροφή για προσωπική του ευχαρίστηση;;; – Ερμηνείες των ανθρώπων και των θνητών!!! Κόπηκε κάτι που ήταν απαρχαιωμένο, έπρεπε να κοπεί για να χτιστεί κάτι καινούριο! Όταν γκρεμίζονται τα είδωλα, κατακρίνουμε την πράξη, γιατί έχουμε ανάγκη να πιαστούμε ξανά από εκεί που νιώθαμε κάποια ασφάλεια και προστασία. Έτσι ρίχνουμε το φταίξιμο σε αυτούς που κάνουν την ανατροπή.  Ίσως ο Ερυσίχθων να έκτιζε έναν καινούριο ναό. Η αλλαγή θέλει αποκοπή, «ξερίζωμα», δεν μπορεί να γίνει τρυφερά, δεν θα το αποφασίζαμε, θα αναβάλλαμε συνέχεια. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε την εξέλιξη. Να «κρατήσουμε κάτι για να μην αλλάξει» Τα δέντρα κόπηκαν, αλλά οι ρίζες τους παραμένουν στο χώμα, οι σπόροι τους είναι απλωμένοι στην γη. Βλέπετε μόνο το ορατό. Τίποτα δεν χάνεται, Ένα είμαστε. Νιώθω σαν ναός της ζωής, μια πύλη, μέσα μου γίνεται η σύλληψη, νιώθω μέσα μου την ένωση του Ερυσίχθονα με την θεά Διώνη, που συνεχίζει να υπάρχει στον χώρο. Θαυμάζω και αγαπώ τον Ερυσίχθονα. Νιώθω σαν μια μητέρα που μέσα της γίνεται η σύλληψη της νέας ζωής!»

Η Δρυάδα, νύμφη που κατοικούσε την ιερή βαλανιδιά παραπονέθηκε ότι δεν μπόρεσε η Δήμητρα να  προστατέψει ούτε την ίδια, ούτε και το δέντρο. Αυτό μας συγκίνησε. Ποια είναι η δύναμη μιας θεότητας που ούτε μέσα από την ιέρεια της δεν είναι σε θέση να προστατέψει κάτι που αγαπά;  Ούτε ο θεός δεν μπορεί να ανατρέψει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου…;;!  Μετά από λίγο όμως η Δρυάδα συνειδητοποίησε: «Δεν πέθανα, μεταμορφώθηκα, μπορώ να μετακομίσω σε άλλο δέντρο, ακόμη και σε κατοικία κτισμένη με αυτά τα ξύλα.»

Η Διώνη διευκρίνισε: «Ο μύθος μιλάει για την εποχή που άνθρωποι άρχισαν να εκχερσώνουν τα δάση για να φυτέψουν την γη και να χτίσουν κατοικίες. Στο μύθο φαίνεται η πράξη, όχι η συνέχεια και το κίνητρό της. Είμαι η πτυχή της θεάς του λόγου και θέλω να δικαιώσω τον Ερυσίχθονα.» Γυρίζει προς τον Ερυσίχθονα:  «Μου χάρισες τον Δία! Και μου βρήκες κατοικία, για τα  στολίδια μου. Γιατί εγώ είμαι στη ρίζα, αλλά τα στολίδια μου είναι πάνω κι αυτό μ’ αρέσει!»

Ο  Ερυσίχθων ακούει διάφορα λόγια αναγνώρισης. Ακόμη και η εκπρόσωπος της ιέρειας Νικήππη δήλωσε: «Έπρεπε να γίνει έτσι!»

Τότε εμφανίστηκε η Δήμητρα, θλιμμένη ότι δεν ήταν αποτελεσματική. «Δεν έχει νόημα η τιμωρία αν ο Ερυσίχθονας δεν μπόρεσε να καταλάβει!» είπε και συνέχισε: «Είχα ανάγκη να δηλώσω τη δύναμή μου ως θεά κι έτσι δεν μπόρεσα να σκύψω επάνω του να τον πλησιάσω, να τον βοηθήσω να καταλάβει…  Ο Ερυσίχθονας  μου καθρέφτισε κάτι δικό μου, τη δική μου αλαζονεία και αυτό με ενόχλησε πολύ. Τον εαυτό μου τιμώρησα στην ουσία, γι’ αυτό έχω αυτή την θλίψη!»  (Η θεά της γεωργίας, της τροφής μέσα από την τιμωρία της τον έκανε να μην μπορέσει να ικανοποιηθεί και να εκτιμήσει τα δώρα της, μιας και δεν χόρταινε ποτέ). Συγκινημένη του ζητά συγνώμη.

Ο Ερυσίχθων ναι μεν ανακουφίζεται κάπως, αλλά όχι αρκετά για να θεραπευτεί. Νιώθει έντονα δυσάρεστα σωματικά συμπτώματα. Είναι σοκαρισμένος. «Συγχωρώ αλλά δε μπορώ να ξεχάσω! Ήταν πολύ σκληρή η τιμωρία!» Η αίσθηση της αδικίας τον κάνει να νιώθει «ανώτερος» από την θεά. Τονίζει ότι το έργο, για το οποίο έπρεπε να κοπούν τα δέντρα δεν ήταν προσωπικό, ήταν κι αυτό ιερό. Η Διώνη του δείχνει το δέντρο που ξαναζωντάνεψε. Η ίδια νιώθει συγκίνηση σαν να ξεριζωνόταν η καρδιά της και λέει προς την ομάδα: «Του χρωστάμε πολλά! Ήξερε πάρα πολύ καλά τι έκανε, γνώριζε τις συνέπειες!» «Έχω μείνει ως κακός στην ιστορία» απαντάει ο Ερυσίχθονας με πίκρα.

Εμφανίζεται μια άλλη πτυχή της θεάς Δήμητρας. «Η αλαζονεία του ενός φέρνει έναν πόλεμο που θα μπορούσε να αποφευχθεί με μια συζήτηση. Έχω ξεπεράσει ότι έκοψε τα δέντρα, με ενοχλεί όμως η έλλειψη σεβασμού!»

Ακούγεται η φωνή του Δία: «Είμαι ακόμη εδώ, στη ρίζα! θέλω την ομορφιά, την ομαλότητα, την ηρεμία και την επάρκεια. Ο ήρωάς μας την επάρκεια καταχράστηκε. Γι’ αυτό προσπάθησε η Δήμητρα να τον συνετίσει. Παραμένω στη ρίζα, αν και έχει κοπεί το δέντρο. Έπρεπε όμως να υπάρχει ένα μέτρο, να φροντίσουν και για αύριο και για μεθαύριο, όχι μόνο για τους εαυτούς τους, αλλά και για τους επόμενους.»  «Ας κοιτάξει ο Δίας τα ανομήματά του!» απαντά ο Ερυσίχθονας με εκνευρισμό. Ακόμα τον ταλαιπωρούν διάφορα συμπτώματα, πόνος στην κοιλιά, αίσθηση βάρους και πείνας. Θέλει να πάει να κάτσει κάπου μόνος του.

Η συντονίστρια λέει στον Ερυσίχθονα: Νομίζω πως μόλις θα σταματήσει το παράπονο, θα πάψει και η πείνα… Η αποδοκιμασία και η κατάκριση από τους άλλους συντηρούσαν το παράπονο σου μέχρι τώρα. Πεινάς για δικαίωση…

Η Διώνη αναφέρει: «Αυτό που γίνεται είναι η μετάβαση από την παλιά θρησκεία στη νέα. Ένας Ερυσίχθονας ήταν και ο Πύρρος, αλαζών, αλλά μας άφησε και όλα αυτά…»

Η συντονίστρια: Για να έρθει το καινούριο, πρέπει το παλιό να υποχωρήσει. Αλλά να είναι το καινούριο καλά, να μην υποφέρει μη μπορώντας να ισορροπήσει τις νέες δυνάμεις που βάζει σε κίνηση, χρειάζεται να σεβαστεί το παλιό. Αυτό από το οποίο προέρχεται. Μήπως τελικά η πείνα δεν ήταν θεόσταλτη τιμωρία, αλλά ήταν η αυτοτιμωρία του ίδιου του Ερυσίχθονα γιατί δεν «έβλεπε» την θεά; Το καινούριο χρειάζεται να είναι σε συμφωνία με τους νόμους που μας υπερβαίνουν. Είμαστε μέρος της ζωής, εμείς οι άνθρωποι, δεν είμαστε έξω από τη σφαίρα του Δία ή της Δήμητρας, αν τους δούμε ως εκφράσεις της ζωής.

Μια γυναίκα ένιωσε μεγάλη αδυναμία και θλίψη. Συντονίστηκε με τον κορμό του δέντρου που κόπηκε. «Νιώθω πεθαμένο», λέει. «Κάποτε είχα κι εγώ ψυχή μέσα μου.» – «Μετάβαση είναι.» του απαντά η Διώνη.

Η συντονίστρια: «Κανένας δεν ρώτησε το δέντρο αν θέλει να κοπεί».  Διώνη: «Όπως και δεν το ρώτησε κανένας αν θέλει να γεννηθεί… Υπάρχει μια έλλειψη ελευθερίας σε αυτά τα θέματα.»

«Υπάρχει ένα όριο. Το να κόψεις κάποια δέντρα με σεβασμό και με προγραμματισμό, με σχέδιο έτσι ώστε να μην αποδυναμωθεί το δάσος έχει διαφορά από το να ξεριζώσεις όλα τα δέντρα. Ότι καλή πρόθεση και να έχεις με το έργο που θα χτίσεις». επέμενε η συντονίστρια.

Η βελανιδιά διαμαρτύρεται όλο και πιο έντονα. «Δεν είμαι μόνο ξυλεία! Προσφέρω και οξυγόνο, προσφέρω την σκιά μου και τη δροσιά μου!»  Έχει ανάγκη από αναγνώριση. Νιώθει σαν παρατημένο κούτσουρο. Η δρυάδα παραξενεύεται, η ίδια έχει δεχτεί την κατάσταση και νιώθει καλά και ζωντανή. Λυπάται ότι το δέντρο συνεχίζει να υποφέρει. Ότι έχασε τη σύνδεση μαζί της και με τη μοίρα του. Λέει: «Τα αρνητικά μου συναισθήματα τα απέβαλα, αλλά το σώμα μου, το κορμί του δέντρου ακόμα τα βαστάει. Η ύλη κρατάει τη μνήμη, είτε είναι ξύλο, είτε μυς, αρθρώσεις, κόκκαλα….»

Ο Ερυσίχθων διαπιστώνει: «Όπως κι εγώ, έτσι και το δέντρο έκανε το καλό και στο τέλος φαγώθηκε». Πηγαίνει δίπλα του και προφέρει: «Η μοίρα μας είναι ίδια!»

«Την πείνα, τη δίψα και το κρύο που σε επισκέφτηκαν, θα μπορούσες με την  βοήθεια των δέντρων, του δάσους, να τις καλύψεις!» του απαντάει η βελανιδιά με παράπονο. Νιώθει όμως περισσότερο θυμό απέναντι στη Δήμητρα παρά στον Ερυσίχθονα. Έχει χάσει την εμπιστοσύνη της προς τη θεά. «Αν ήμουν πραγματικά ιερό δέντρο, δεν θα με είχαν παρατήσει έτσι.»

Όταν η ζωή νιώθει να φεύγει άδικα και πριν την ώρα της πώς να πιστέψει στην ιερότητά της; (Αυτό ακριβώς το συναίσθημα είχε και ο Ερυσίχθονας) Δημιουργήθηκε ένα κοινό αποτύπωμα αδικίας…

Εμφανίζεται μια άλλη όψη της θεάς Δήμητρας, η οποία νιώθει μεγάλη αγάπη και συμπόνια προς την βελανιδιά. Οι πτυχές της Δήμητρας ενώνονται και τότε συμφιλιώνεται με το δέντρο.

Μετά η Διώνη γίνεται η Νέμεσις, μια νομοτέλεια συμπαντική που όλα αυτά τα βλέπει λίγο με απόσταση. Δείχνει μια ψυχρότητα, αλλά είναι μάλλον ψυχραιμία.

«Η άποψη των θεών και των ανθρώπων διαφέρει πολύ από την άποψη των δέντρων.» σχολίασε η συντονίστρια. «Ας δούμε την ιστορία από την οπτική της βελανιδιάς:  Ήταν το αγαπημένο δέντρο της θεάς. Είχε μεγαλώσει σε ένα ιερό άλσος, όπου όσοι άνθρωποι έμπαιναν περπατούσαν με τις μύτες των ποδιών τους. Με τις νεράιδες να χορεύουν και να τραγουδάνε σε μια γαλήνη και χαρά. Να του προσφέρουν δώρα. Ήταν σαν ένα παιδί στον παράδεισο. Και ξαφνικά μπαίνει με δύναμη ένας άντρας και το κόβει. Και το δέντρο μένει με το παράπονο, γιατί;; Αυτό συχνά το συναντάμε στη ζωή, σε όλες τις εποχές, να εμφανίζεται ξαφνικά κάτι που μας κόβει τα πόδια… Χρειάζεται να βρεθεί κάποιος πρόθυμος να το ακούσει και από την πλευρά του δέντρου. Να του πει «Σε καταλαβαίνω, μακάρι να ήτανε αλλιώς»,  να το αγκαλιάσει, να υποκλιθεί στον πόνο του. Τίποτα άλλο… Και μετά ας χρησιμοποιήσει το ξύλο του. Ας το χρησιμοποιήσει με την έννοια της αξιοποίησης, όχι της κατάχρησης. Γιατί τελικά και εμείς κάποτε θα χρησιμοποιηθούμε από τα δέντρα.. Το σώμα μου θα γίνει λίπασμα, όταν πεθάνω. Μια ανακύκλωση γίνεται μονίμως μεταξύ μας. Τροφή προσφέρουμε ο ένας στον άλλον. Είμαστε εκφράσεις της ζωής. Ένα είμαστε…»

Την βελανιδιά τελικά την παρατήσανε κομμένη, δεν αξιοποιήθηκε, γιατί παρενέβη η θεά με την τιμωρία. Ο Ερυσίχθονας λέει στο δέντρο: «Αν μπορούσα, θα σε είχα αξιοποιήσει και θα το κάναμε μαζί το έργο!» Εκείνη τη στιγμή το δέντρο ηρέμησε και ένιωσε, ότι συμπάσχουν με τον άνθρωπο.

Ο Ποσειδώνας ανέφερε, ότι ακόμη και πεθαμένο το δέντρο δίνει ζωή σε άλλους οργανισμούς. Διαβεβαίωσε το δέντρο ότι πάντα προσφέρει. Η σκιά του δεν είναι απτή, αλλά είναι πολύτιμη. Όπως και το οξυγόνο. Είναι ανεκτίμητη η παρουσία του.

Δεν είναι τυχαίο που λέμε το δέντρο της Ζωής, της γνώσης του καλού και του κακού. Αν ήξερε ο Ερυσίχθων ότι είναι «κακό» δεν θα το’ κανε. Το έβλεπε ως «καλό».

Η βελανιδιά βρίσκει πολύ πιο εύκολο να δεχτεί τη συγνώμη του Ερυσίχθονα, παρά της Δήμητρας. Συνεχίζει να νιώθει ότι μια πτυχή της θεάς είναι κάπως αλαζονική.

 Ίσως το δημιούργημα να νιώθει τον δημιουργό «αλαζονικό», γιατί αυτός πολλές φορές δημιουργώντας καταστρέφει… Όπως και το παιδί δεν μπορεί να καταλάβει τα σχέδια του γονέα, ενώ ο γονέας μπορεί να καταλάβει το παιδί. Όλα τα βασίλεια είναι σε σύνδεση, αλλά υπάρχει και μια ιεράρχηση. Μια μορφή συνείδησης έχει και η πέτρα, αλλά  διαφορετική από αυτήν του φυτού. Ο ζωντανός οργανισμός, το ζώο, ο άνθρωπος έχουν ακόμη ευρύτερη συνείδηση. Και ο θεός – η Ύπαρξη που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της στην απέραντη πληρότητά της, γνωρίζει ότι δημιουργεί και το κάνει συνειδητά. Εμείς οι άνθρωποι δημιουργούμε συχνά ασυναίσθητα, χωρίς σχέδιο που να προβλέπει τις συνέπειες. Ο θεός ξέρει όλες τις συνέπειες. Ξέρει ότι δημιουργεί και μέσω της καταστροφής. Ο άνθρωπος μπορεί να αυτοκαταστρέφεται και να μην βλέπει τη νέα έλικα της σπείρας, ότι και πάλι ζωντανός παραμένει. Μπορεί να συνεχίσει να νιώθει παράπονο απέναντι στον γονιό/δημιουργό για κάποια «απαγόρευση» ή  «εντολή», αν δεν είναι σε θέσει να διακρίνει την αγάπη μέσα σε αυτή…

Η  Νέμεσις εκφράζει την τεράστια της αγάπη και κατανόηση προς όλους, δηλώνει ότι υπηρετεί ένα σχέδιο. «Οι άνθρωποι δεν το γνωρίζουν και δρουν ανεπίγνωστα, εγώ τους αγκαλιάζω όλους μαζί, ανθρώπους και θεούς». Ο Ερυσίχθων αντιδρά. «Δεν ανέχομαι να μου λένε ότι έχω ελεύθερη βούληση και ταυτόχρονα ότι είμαι μέρος του σχεδίου! Δεν γίνεται! Αμφισβητώ κατά πόσο έχω πραγματικά ελευθερία! Μου δηλώνουν οι θεοί ότι μ’ αγαπούν αλλά αν δράσω σύμφωνα με τη θέλησή μου με τιμωρούν αυστηρά!»

Η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου συνίσταται στην  ικανότητά του να εξελίσσεται και να μην επαναλαμβάνει συνέχεια την ίδια ζωή με τον ίδιο τρόπο. Τα ζώα και τα φυτά έχουν έναν κύκλο που κάθε νέα γενιά επαναλαμβάνει τον προηγούμενο κύκλο, με τις ίδιες προδιαγραφές. Ναι, και τα φυτά αλλάζουν, προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, ο άνθρωπος όμως το κάνει πιο ενεργά, πιο συνειδητά. Ζητά από τον εαυτό του να ξεπεράσει τα όρια του και τα υπερβαίνει με θάρρος. Καταπολεμά τη δύναμη της εντροπίας, του βολέματος στην παλιά γνώριμη κατάσταση και ρισκάρει για το καινούριο. Αυτό είναι το δώρο που το ονομάζουμε ελευθέρα βούληση.  Όμως φέρνει μαζί και τη συνέπεια. Αυτό μας δυσκολεύει. Γιατί εμείς οι άνθρωποι θα θέλαμε να έχουμε την ελευθερία στις πράξεις μας χωρίς δυσάρεστες συνέπειες. Αυτό όμως δεν γίνεται. Κάνω αυτό που θέλω μαζί με την συνέπεια αυτού που έκανα. Και αν δεν το δεχτούμε αυτό, γινόμαστε αλαζόνες. Και τότε δεν υπάρχει καλό τέλος για κανέναν, όπως στον μύθο, το δέντρο κόπηκε χωρίς να αξιοποιηθεί, ο Ερυσίχθονας έφαγε τις σάρκες του μη μπορώντας να υλοποιήσει το όραμά του και ούτε η θεά Δήμητρα έμεινε ικανοποιημένη. Κατανοώντας ο ένας τη θέση του άλλου, μέσα από σεβασμό, συμπόνια και αναγνώριση, δημιουργούμε ένα καινούριο τέλος στο μύθο, ένα τέλος καλό για όλους. Δεν υπάρχει μία μόνο αλήθεια. Η αλήθεια έχει τόσες όψεις όσα είναι τα άτομα του μύθου.

Είναι ευθύνη του καθένα να εκφράσει την ανάγκη του έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία η ανάγκη αυτή να καλυφθεί. Τα δέντρα, τα φυτά εκφράζουν την επιθυμία τους για ζωή μέσω τις ίδιας της ανάπτυξης τους. Ο άνθρωπος θυσιάζεται και θυσιάζει προκειμένου να πραγματοποιήσει τα όνειρά του και αυτό ονομάζεται εξέλιξη. Αν έχουμε ενσυναίσθηση, αν μπαίνουμε στη θέση των άλλων, τότε μπορούμε να εξελισσόμαστε πιο «αγαπησιάρικα». Να το κάνουμε σε σύνδεση με τις υπόλοιπες υπάρξεις του ζωικού και φυτικού βασιλείου, όχι εις βάρος τους.

Την ακόρεστη πείνα την βιώνουμε ως τιμωρία, ενώ είναι μια δική μας εσωτερική κατάσταση. Συνδέεται με το συναίσθημα της αδικίας. Με την έλλειψη αναγνώρισης.

Μετά από τα λόγια αυτά εμφανίζεται η πτυχή του Ερυσίχθονα που μέμφεται τον εαυτό του. Ο μεταμελημένος Ερυσίχθων αισθάνεται μοναξιά και στεναχωριέται για την πράξη του. Αφού τα κομμάτια του Ερυσίχθονα ενωθούν, νιώθει επιτέλους καλύτερα.

Μια γυναίκα με δάκρυα στα μάτια αναφέρει: «Νιώθω συγκίνηση γιατί ο Ερυσίχθονας έκανε το βήμα και βγήκε από την αυτολύπηση.  Αρχικά τον έκρινα, πως γίνεται κάποιος που έχει το προνόμιο να κάνει τόσο σπουδαία πράγματα να το καταχραστεί και να πληγώσει άλλους; Τώρα όμως τον βλέπω με πολύ συμπάθεια.»

Κάνουμε έναν κύκλο όλοι μαζί και αφήνουμε την αίσθηση της ενέργειας, που ρέει από τα χέρια μας, να μας γεμίσει. Νιώθουμε ενότητα και αγάπη. Ευχαριστούμε το πανέμορφο αυτό μέρος που μέσα από την ιδιαιτερότητά του μας έδωσε την έμπνευση και τις πληροφορίες.

Η εκπρόσωπος της Δήμητρας κάνει μια τελευταία διαπίστωση: «Μέσα στο σύνολο αυτών που συμβαίνουν χρειάζεται να ψάξουμε πρώτα τη δική μας θέση, τη δική μας ευθύνη απέναντι στα πράγματα. Πριν βγάλουμε πρόωρα συμπεράσματα, πριν κατηγορήσουμε ή τιμωρήσουμε τους άλλους.»

Μοιραστήκαμε κάτι το ιδιαίτερο και σπουδαίο, την μετάνοια και τη συμπόνια της θεάς. Ενώ είναι συχνό να ζητάμε έλεος ή βοήθεια από τους θεούς, το να ζητήσει μια θεά συγνώμη από έναν θνητό είναι πολύ ασυνήθιστο. Ίσως και να συμβαίνει πιο συχνά και εμείς απλώς να μην το αντιλαμβανόμαστε… Είναι όμως μέρος της ύπαρξής μας και αυτό. Αν είμαστε τα κυτταράκια ενός μεγάλου οργανισμού που ονομάζεται θεός, αν είμαστε μικρά καθρεφτάκια γι αυτό το νοήμον ον- Όλον, φυσικά μας συμπονά, αφού συμπονά τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από εμάς. Δεν μπορούμε να είμαστε μόνοι αν το δούμε έτσι. Δεν υπάρχει μοναξιά, είναι μια ιδέα μόνο.

Επίλογος

Μέσα από την αναπαράσταση του μύθου βιώσαμε μια καινούρια όψη του Ερυσίχθονα, ενός ανθρώπου που ένιωθε εσωτερικό κάλεσμα να δημιουργήσει κάτι καινούριο και ήταν πρόθυμος να το κάνει ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο. Το έργο του γεννήθηκε μέσα από θυσίες. Παραμένει ερώτημα αν η τιμωρία του, να μην ικανοποιείται και να μην χορταίνει ποτέ, προερχόταν από εξωτερικές ανώτερες δυνάμεις ή ήταν μια δική του εσωτερική σύγκρουση. Αποτέλεσμα της υπερβολικής αφοσίωσης στο στόχο χωρίς συναίσθηση για τις συνέπειες του έργου του στο περιβάλλον. Πιθανόν και η «αλαζονική πτυχή της θεάς Δήμητρας» να ήταν ένα καθρέφτισμα του ίδιου, της δικής του προσωπικότητας. Κάθε «αλαζονικό» όραμα, που γκρεμίζει τις παλιές δομές και χτίζει κάτι καινούριο, μας υπερβαίνει κατά κάποιο τρόπο, μας κάνει να νιώθουμε σαν θεοί-δημιουργοί.

Η αίσθηση της αδικίας και το παράπονο προκαλούν μια αίσθηση «πείνας» για δικαίωση, κατανόηση και αναγνώριση. Μόνο τότε, όταν ο Ερυσίχθων συνδέθηκε με τα απωθημένα του συναισθήματα συμπόνιας, σεβασμού και αγάπης, μπόρεσε να ηρεμήσει και να συμφιλιωθεί με όσα έγιναν.