Η Χιονάτη

Η Χιονάτη, το αγαπημένο παραδοσιακό ευρωπαϊκό παραμύθι, έχει διάφορες εκδοχές. Η πιο γνωστή είναι από τη συλλογή των αδερφών Γκριμ, η οποία δημοσιεύτηκε το 1812.
Στην πρώτη έκδοση του παραμυθιού η κακιά βασίλισσα δεν παρουσιάζεται ως η μητριά, αλλά ως η μητέρα της Χιονάτης, στοιχείο που άλλαξε στις αμέσως μετέπειτα εκδόσεις. Την ιστορία μπορείτε να τη διαβάσετε πατώντας το κουμπί Ανάγνωση παραμυθιού ή να την ακούσετε πατώντας το κουμπί Αφήγηση παραμυθιού.

Πατώντας Προβολή βίντεο θα έχετε την ευκαιρία να ακούσετε το τραγούδι της Χιονάτης. (Και της μητριάς που σε ένα βαθμό κουβαλάμε όλοι μέσα μας…) Εύχομαι να σας αρέσει! 🙂

 

 

Εμείς «γράψαμε» τέσσερις τελείως διαφορετικές, καινούριες εκδοχές του παραμυθιού, έτσι όπως μας αποκαλύφθηκαν μέσα από αναπαραστάσεις… Διαβάστε για τη Χιονάτη που ήταν και λίγο ατακτούλα. Για την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα και ότι συχνά περνάς καλύτερα σε ένα σπιτάκι στο δάσος παρά σε ένα παλάτι. Για τον βασιλιά που κήρυξε δικτατορία της ομορφιάς. Και πώς είναι να σε μεγαλώνει ένα ναρκισσιστικό άτομο…

Φλεβάρης 2011       Ήταν ψηλοί κι όμορφοι…!

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια βασίλισσα η οποία υπεραγαπούσε την κόρη της όσο την κυοφορούσε. Μέσα στην κοιλιά της μητέρας, στο φιλόξενο, ζεστό και σκοτεινό βασίλειο της μήτρας της, η πριγκίπισσα είχε τα πάντα. Κάθε της ανάγκη ικανοποιούνταν και κάθε επιθυμία εκπληρωνόταν. Αυτόματα. Δεν χρειαζόταν καν να τις συνειδητοποιήσει και να τις εκφράσει… Οι δύο υπάρξεις μέσα σε ένα σώμα αγαπούσαν η μία την άλλη με άνευ όρων αγάπη. Στη χώρα βασίλευε αρμονία. Μέχρι που έφτασε η ώρα του διαχωρισμού, της γέννησης.
Η πριγκίπισσα βρέθηκε σε έναν καινούριο κόσμο στον οποίο δεν κυβερνούσε η στοργική, τρυφερή, θυσιαστική μανούλα, αλλά μια γυναίκα που έδινε προτεραιότητα στις δικές της ανάγκες κι επιθυμίες. Και τότε άρχισαν οι συγκρούσεις.

Η μικρούλα ήταν φημισμένη για την ομορφιά της, για την ομορφιά που έχουν όλα τα παιδάκια. Κάτασπρη σαν χιόνι ήταν η αθώα, αφελής, άπειρη και ανέμελη ψυχούλα της. Τα μάγουλά της ροδοκόκκινα και τα χειλάκια πορφυρά… σαν το αίμα που με ορμή κυλούσε στις φλέβες της. Γεμάτη ενέργεια, πείσμα και διάθεση για περιπέτειες, έτρεχε από δω κι από εκεί ανακατεύοντας τα πάντα. Με τα μαύρα της μαλλάκια πάντα ατημέλητα και μπερδεμένα, να ανεμίζουν ελεύθερα συμβολίζοντας τη ζωτικότητα και τον αυθορμητισμό της νιότης. Όλο το παλάτι αντηχούσε με τα γέλια και τις φωνές της ενώ χοροπηδούσε γεμάτη ενθουσιασμό στους διαδρόμους ή γλίστραγε στο κάγκελο της μακριάς σκάλας. Αλλά αυτό απαγορευόταν!

Καθώς το κοριτσάκι μεγάλωνε, η κάποτε χαμογελαστή, συγκαταβατική και γενναιόδωρη μανούλα ολοένα και περισσότερο μεταμορφωνόταν σε μητριά που τώρα πια απλόχερα μοίραζε μόνο διαταγές και απαγορεύσεις, παρατηρήσεις και επιπλήξεις. Αλλά ούτε αυτό δεν πτόησε τη Χιονάτη. Κι έτσι η βασίλισσα ζήτησε τη βοήθεια ενός κυνηγού, ενός θηριοδαμαστή. Πρόσταξε να αφαιρέσει τα πνευμόνια της κόρης, για να μη μπορεί να τα γεμίζει με βαθιές εισπνοές ελευθερίας. Να της αφαιρέσει την καρδιά γεμάτη πάθος και χαρά της ζωής. Η βασίλισσα είχε πολύ ανάγκη να τα φάει γιατί η ελευθερία, η χαρά και το πάθος έλλειπαν από τη ζωή της. Ο κυνηγός οδήγησε την κοπέλα στο δάσος, μακριά από το σπίτι. Ίσως και να μην ήταν δάσος, αλλά ένα οικοτροφείο ή ένα σχολείο… Κάποιος χώρος τελοσπάντων, όπου έχουν εμπειρία με την εξημέρωση των αγριμιών. Η Χιονάτη ανοιγόκλεισε τις μακριές βλεφαρίδες της και τα όμορφα μαύρα της ματάκια έστειλαν μια παρακλητική ματιά. Ο κυνηγός την λυπήθηκε, χαμήλωσε την κάννη του όπλου του και πήγε να σκοτώσει ένα άλλο κουτάβι…

Η Χιονάτη περιπλανήθηκε στο δάσος της ζωής για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι που βρήκε ένα σπιτάκι με επτά νάνους. Μπορεί και να βρήκε επτά διαφορετικά σπιτάκια και μέσα στο καθένα έναν νοικοκύρη πρόθυμο να τη φροντίσει. Ωστόσο όλοι αυτοί οι άντρες είχαν κάτι κοινό, της έπεφταν μικροί. Δεν έφταναν ούτε μέχρι τον αστράγαλό της. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε? Αφού ήταν η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου! Ομορφότερη κι από την ίδια τη βασίλισσα, τη διάσημη καλλονή παγκόσμιας φήμης!!!

Η Χιονάτη όμως κατάφερε να έχει καλές σχέσεις με τα αντράκια. Με ανεκτικότητα δεχόταν τις αρσενικές τους ατέλειες, ενώ η παρουσία της γεμάτη φρεσκάδα και ομορφιά έλαμπε στις εργένικές τους ζωές σαν προβολέας που φωτίζει τα ορυχεία. Επίσης ήταν πρόθυμη να βάλει ένα χεράκι βοήθειας στο νοικοκυριό, να μαγειρέψει, να τακτοποιήσει, να μαντάρει τις κάλτσες. Ήξερε ήδη τα δούνε-λαβείν της ζωής. Ότι πρέπει να προσφέρεις για να πάρεις. Ότι το κάθε τι έχει το τίμημά του. Την ασφάλεια και την προστασία από τους νάνους θα την πλήρωνε με την ελευθερία της. Θα εργαζόταν κλεισμένη στο σπίτι. Το ανέμελο χαρούμενο κορίτσι σιγά-σιγά μεταμορφωνόταν σε γυναίκα. Σε μια χαριτωμένη και αδέξια νοικοκυρούλα που προσπαθούσε να κάνει πράγματα που ποτέ δεν είχε μάθει. Εξάλλου, πριγκίπισσα ήταν και όχι υπηρέτρια! Και όσο περνούσε ο καιρός, συνειδητοποιούσε όλο και περισσότερο ότι μέσα της κουβαλούσε τη μητριά της…

Της έμοιαζε, παρόλο που ήθελε να είναι εντελώς διαφορετική. Και ήταν τόσο επηρεασμένη από τις απόψεις της μητριάς που δε μπορούσε να διακρίνει τις δικές της σκέψεις από αυτές της βασίλισσας! Σε τί της έμοιαζε? Στη ματαιοδοξία που επανειλημμένα την έθετε σε κίνδυνο. Που την παρακίνησε να σφιχτοδεθεί μ’ έναν βελούδινο χρυσοκέντητο κορσέ μέχρι να κοντέψει να πνιγεί. Που την οδήγησε να δεχτεί την επιχρυσωμένη χτένα με λαμπερά πετραδάκια, που στόχο είχε να της μαζέψει τα τσαχπίνικα ανακατεμένα μαλλάκια σε σκληρές πλεξούδες. Στολίδια και μπιχλιμπίδια από τα οποία ευτυχώς την απάλλαξαν οι άντρες της. Και έτσι κατάφερε να ξαναζωντανέψει.

Μέχρι που μια μέρα δεν μπορούσαν πια να τη βοηθήσουν…

Δηλητηριάστηκε όταν έφαγε ένα μήλο. Το μαγικό καρπό από το Δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Έχασε την αθωότητά της και τον αυθορμητισμό με τον οποίο έκανε αυτό που ήθελε. Όλος ο κόσμος της, το κάθε συμβάν, πράξη, σκέψη ή συναίσθημα, τα πάντα χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες: στο Καλό και στο Κακό. Και η Χιονάτη δάγκωσε το κακό μέρος του μήλου. Εκείνο που προκαλεί ντροπή και τύψεις, αισθήματα ενοχής και ανεπάρκειας. Τοξικές αμφιβολίες για τον εαυτό. Υποτιμητικά λόγια της μητριάς. Τρομακτική αμφισβήτηση, κοροϊδευτικά επικριτικά σχόλια που παραλύουν το νου και το σώμα. Ο αυθορμητισμός και η ζωντάνια της Χιονάτης εξαφανίστηκαν, έχασε τον εαυτό της. Εξωτερικά παρέμεινε όμορφη, αλλά έγινε ανίκανη να βλέπει και να απολαμβάνει την ομορφιά της.

Οι αφοσιωμένοι άντρες της συνέχισαν να την προστατεύουν. Θρηνούσαν τη χαμένη χαρά της χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι μέσα της σταδιακά συμβαίνουν αλλαγές. Μόνο οι τρεις αγγελιοφόροι γνώριζαν. Την παρακολουθούσαν υπομονετικά μέσα από το γυάλινο τοίχο, και η δύναμη της παρουσίας τους υποστήριξε τη διαδικασία της μεταμόρφωσής της. Ήταν η σοφή κουκουβάγια, που βλέπει ακόμη και στο σκοτάδι, κι έτσι αντιλαμβάνεται την αλήθεια σε όλες τις πολύπλευρες αντιφάσεις της. Το μαύρο κοράκι, σύμβολο μυστηρίου, μαγείας και μεταμόρφωσης. Και το περιστέρι που της έφερε ειρήνη, συμφιλίωση και αγάπη.

Όταν η κοπέλα δέχτηκε αυτά τα πολύτιμα δώρα, δεν ήταν πια δύσκολο να απαλλαγεί από τη δηλητηριασμένη μπουκιά μήλου. Στο λαιμό της βρισκόταν ακόμα, δεν το είχε χωνέψει… Το έφτυσε. Χάρη σε ένα μικρό σκόνταμμα που την ταρακούνησε και γκρέμισε όλη τη γυάλινη κατασκευή. Η ζωή μέσα της ξύπνησε!

Ανοίγει τα μάτια της και ποιον βλέπει ξαφνικά μπροστά της? Είναι ένας πρίγκιπας? Ή μήπως ο εσωτερικός της άντρας? Η δύναμη, η αποφασιστικότητα, η ενεργητικότητα, η τόλμη και η αυτοπεποίθησή της? Όπως και νά’ χει, ανεξάρτητα από το ποιον ερωτεύτηκε εκείνη τη στιγμή, κατάφερε να βρει το θάρρος να εγκαταλείψει την ασφάλεια που της προσέφεραν οι νάνοι και να ανοιχτεί στο μεγάλο κόσμο, όπου θα γινόταν βασίλισσα.

Και οι νάνοι που δεν ήθελαν να την πουλήσουν ούτε για όλο το χρυσάφι του κόσμου, της δίνουν την ευχή τους. Τώρα τους βλέπει καθαρά. Είναι ψηλοί και όμορφοι.

Ιούνιος 2012          «Μόνο εσένα θέλω και καμία άλλη!»

Η βασίλισσα απολαμβάνει την κακία της. Χαίρεται όταν νιώθει να τη φοβούνται όλοι. Αυτή είναι η μόνη της χαρά, για την ακρίβεια. Με τον σύζυγό της δεν έχει καθόλου επικοινωνία. Αλλά αυτό δεν τη στεναχωρεί. Κάπου στη γωνιά κάθεται η μικρή Χιονάτη, ξεχασμένη, απομονωμένη και λυπημένη.

Ξαφνικά εμφανίζεται μια μορφή, ως τώρα κρυφή και καταπιεσμένη. Ξεφυσάει, βογκάει και στο τέλος με ένα άγριο τρελό γέλιο προκαλεί τη βασίλισσα να «πιεί τα σφηνάκια της ζωής». Της προσφέρει δώρο – ένα μικρό κρυστάλλινο πέος. «Είμαι η Αχαλίνωτη σου σεξουαλικότητα» λέει στην βασίλισσα, η οποία καταρρέει μπροστά της. Της φαίνεται πρόστυχη και αποτρόπαια. Της γυρίζει την πλάτη και πέφτει σε αδράνεια και κατάθλιψη. Το ίδιο είχε πάθει και η μητέρα της βασίλισσας, όπως και η γιαγιά της. Γενιές ολόκληρες. Οι βασίλισσες σε εκείνα τα χρόνια δεν επέλεγαν ποιον θα παντρευτούν και σπάνια έμεναν ικανοποιημένες στο γάμο τους.
Η βασίλισσα μας, η ανέραστη, τελικά συμφιλιώνεται με την σεξουαλικότητά της. Βρίσκει το μαγικό της καθρέφτη. Έναν νεαρό εραστή στου οποίου τα μάτια καθημερινά ψάχνει να βρει την απάντηση: «Ναι, μόνο εσένα θέλω και καμία άλλη!» 

Τα χρόνια περνάνε. Η μικρή φοβισμένη Χιονάτη έγινε μια όμορφη αναποφάσιστη κοπέλα. Μπερδεμένη. Χαμένη στον κόσμο της. Ο πατέρας μακριά. Η μάνα συνέχεια μπροστά στον καθρέφτη, ολοένα και πιο αγχωμένη γιατί ο καθρέφτης τώρα τελευταία ρίχνει φευγαλέες ματιές προς τη νεαρή πριγκίπισσα. Η βασίλισσα ταράζεται, τρομάζει, ζηλεύει. Δεν έχει τίποτα άλλο από την ομορφιά της που μέρα με τη μέρα ξεθωριάζει και από τον καθρέφτη που αρχίζει να ξενοκοιτάει… Η Χιονάτη πρέπει να φύγει από το σπίτι!

Κι έτσι έγινε. Έφυγε η Χιονάτη και βρέθηκε με κάτι ανθρωπάκια, καλοσυνάτα κι εργατικά, με τάξη και πρόγραμμα στη ζωή τους. Τη δέχτηκαν. Πρώτη φορά έζησε η Χιονάτη την χαρά να βλέπει ότι κάποιος ευχαριστιέται με την ομορφιά της. Κούρνιασε στην ασφάλεια και θαλπωρή της αγκαλιάς τους κι απολάμβανε την επιβεβαίωση και καθοδήγηση που δεχόταν.

Τα χρόνια πέρασαν. Δίπλα στους νάνους η Χιονάτη απέκτησε τις ιδιότητες που της έλλειπαν, βρήκε τη δύναμή της. Ξεπέρασε τις ανασφάλειές της. Το τεράστιο παράπονο για το θάνατο της μαμάς της, που την έκανε να νιώσει τόσο μικρή απέναντι στο πεπρωμένο το οποίο δεν μπορούσε να αλλάξει. Κατάλαβε ότι αναγκάστηκε να δεχτεί κάτι που ποτέ δεν το χώνεψε. Και κανείς στο παλάτι δεν την είχε ρωτήσει αν και πως ξεπέρασε αυτή την απώλεια. «Βιάστηκε» να προχωρήσει στο δάσος της ζωής. Η Χιονάτη θύμωσε με τους γονείς της, τους απομυθοποίησε και τελικά τους συγχώρησε.

Οι νάνοι της είπαν ότι έφτασε η ώρα να αρχίσει να ψάχνει για κανέναν πρίγκιπα, αλλά η ίδια δεν έδειχνε ενδιαφέρον. Η κατάσταση εδώ ήταν βολική, χωρίς πολλές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Εφτά άντρες τη θαύμαζαν και δεν υπήρχε καμία άλλη γυναίκα να την ανταγωνίζεται… Γιατί να πάει να ριψοκινδυνέψει μέσα από έναν γάμο? Κι αν της τύχει ένας βασιλιάς που να μοιάζει στον πατέρα της? Μια μοίρα που να μοιάζει σε αυτή της μητέρας της? Προτίμησε να μείνει στο σπιτάκι με τους νάνους. Δε θέλησε να βρεθεί σε ένα παλάτι με κολακείες, πρωτόκολλα, ψεύτικες σχέσεις και μαγικούς καθρέφτες που πάντα λένε τη σκληρή αλήθεια…

 

Αύγουστος 2014      Ένα βήμα πίσω για να αδειάσει η θέση…

Μια ιστορία της Χιονάτης που προσπαθεί να καταλάβει το παρελθόν της και τον εαυτό της. Της Χιονάτης με αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα, με πτυχές που πολεμούν η μία την άλλη.

Αν στηνόταν η Χιονάτη στον καθρέφτη, θα έβλεπε έναν αυστηρό δικαστή. Και έτσι την συναντήσαμε, να τσακώνεται η όμορφη/θηλυκή πτυχή με τον εσωτερικό άντρα/κριτή. Ακούστε τη θυμωμένη του φωνή!

«Εκνευρίζομαι με τον τρόπο που παρουσιάζεις τα πράγματα! Είναι ένα ψέμα όλο αυτό. Μπερδεμένα συναισθήματα και φαντασιώσεις! Δεν ξέρεις τι σου γίνεται! Γιατί δε βλέπεις τις ευθύνες σου? Σταμάτα να το παίζεις θύμα! Δεν είσαι πια 7 χρονών, αλλά τουλάχιστον 17! Και παραμένεις ανόητη και ανίκανη να προστατέψεις τον εαυτό σου, περιμένεις από τους άλλους να σε αναλάβουν! Θυμώνω, γιατί όλοι βλέπουν μόνο το κοριτσάκι Χιονάτη. Γιατί δεν έδειξες νωρίτερα τη δύναμή σου? Άφηνες να βλέπουν μόνο το περιτύλιγμα!»

Η όμορφη Χιονάτη διαμαρτύρεται. «Δεν ήμουν έτοιμη! Δεν είχα συναισθηματική υποστήριξη για να εκδηλώνομαι ελεύθερα. Στο σπίτι μόνο η ομορφιά ήταν το μέτρο της αξίας. Και κάθε ανυπακοή τιμωρούνταν. Με αποκαλείς ανόητη και με μπλοκάρεις! Με βλέπεις υποτιμητικά. Είσαι σαν τη μητριά μου!»

Αχ αυτή η ανταγωνιστική μητριά! Από τη μία πλευρά έκανε τα πάντα να μειώσει τη Χιονάτη, την περιόριζε και να τη μάλωνε, από την άλλη θύμωνε ότι η μικρή δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες, ότι ήταν απαθής και άβουλη. Μια με τις φωνές, μια με την παγωμένη της ματιά έλουζε την κοπέλα σα σκωτσέζικο ντουζ. Ότι και να έκανε η Χιονάτη, επίκριση άκουγε.

H μητριά, τόσο περήφανη για την ικανότητά της να φτιάξει τα σπουδαία μαγικά αντικείμενα και να παραπλανήσει τη Χιονάτη! Της έδωσε δώρα που θα την καθήλωναν. Μια χτένα για να τιθασεύσει το μαλλί, σύμβολο δύναμης, ελευθερίας και σεξουαλικότητας. Έναν κορσέ που θα τη στριμώξει σε καλούπια. Και το μήλο της συνείδησης το τρώνε μισό μισό. Η μητριά όμως κρατά το προνόμιο να είναι η σωστή. Κι έτσι, ακόμα κι αν κάνουν την ίδια πράξη, οι ενοχές στρέφονται εναντίων της κόρης. Εκείνη φταίει για όλα.

Η μητριά, τόσο υψηλά στεκούμενη και με γνώσεις μαγικών τεχνών… Αδύνατον να απέτυχε στα σχέδιά της! Αν ήθελε να σκοτώσει τη Χιονάτη, θα το είχε κάνει εκεί που ήταν πεσμένη στο πάτωμα αναίσθητη. Μάλλον κάτι άλλο σκόπευε η βασίλισσα και το πέτυχε κιόλας… Ήθελε να την τιθασεύσει? Να της προκαλέσει ενοχές και να επικαλεστεί τη συνείδησή της? Να την εκπαιδεύσει, περιορίζοντας την ελευθερία της?

Η ναρκωμένη Χιονάτη ξαπλωμένη στο πάτωμα ανοίγει το ένα της μάτι και λέει: «Χρειάζομαι αγάπη και προστασία, μόνο τότε μπορώ να ξυπνήσω. Κάποιον που θα με δέχεται όπως είμαι, χωρίς να θέλει να με αλλάξει. Έχω βαρεθεί όλη την εκπαίδευση!»

Ξεπροβάλλουν οι νάνοι για να υπερασπιστούν την κοπέλα. «Είναι μικρή, πρώτα πρέπει να νιώσει ασφαλής και μετά να την εκπαιδεύετε! Της συμπεριφέρεστε πολύ σκληρά! Είναι αξιαγάπητη, παρόλο που ποτέ δε μας είδε ως προσωπικότητες. Μόνο σαν νούμερο. Ακόμα δεν έχουμε ξεπεράσει ότι μας την πήρε ο πρίγκιπας. Όχι που θα την προτιμούσαμε στην γυάλινη κάσα! Αλλά κάτι δεν αναγνωρίστηκε…!»

Η μητριά σχολίασε περιφρονητικά: «Αυτό το σαχλοκούδουνο, ο πρίγκιπας, δε μου γεμίζει το μάτι. Ανασφαλής και νεκρόφιλος…Την ερωτεύτηκε σαν να ήταν ένα αντικείμενο, κρίνοντας μόνο από την εξωτερική της εμφάνιση, χωρίς να τη γνωρίζει καθόλου!»

«Ναι, ναι» συμφώνησαν οι νάνοι και τα μούσια τους ανέμιζαν καθώς κουνούσαν καταφατικά τα κεφάλια τους…

«Πού είναι ο μπαμπάς μου?» αναρωτιέται η Χιονάτη. «Ο πρίγκιπας τυχαία με βρήκε… Ο πατέρας ποτέ δε με έψαξε? Με κατηγορεί ότι εξαιτίας μου πέθανε η μητέρα? Μου λείπει πολύ ο μπαμπάς, γι’ αυτό είμαι τόσο αφελής. Δε μου έχει μάθει τίποτα… Διώχτηκα από το σπίτι πριν ήμουν έτοιμη να φύγω.»

«Μην υποτιμάς τον εαυτό σου!» της λένε οι νάνοι με καλοσύνη. «Μια χαρά τα κατάφερες! Έπεισες τον κυνηγό να σε αφήσει ελεύθερη, κατάφερες να γλιτώσεις από τα άγρια ζώα, βρήκες καταφύγιο, προσαρμόστηκες στις δουλειές. Είσαι πολύ άξια! Ούτε άβουλη ούτε χαζή είσαι!»

Εμφανίζεται ο κυνηγός και ρίχνει λάδι στη φωτιά: «Η Χιονάτη είναι πανέξυπνη και χρησιμοποιεί τους πάντες. Με ξεγέλασε με νάζια, με τύλιξε με τα γλυκά της λογάκια. Τώρα νιώθω εκτεθειμένος μπροστά στη βασίλισσα. Δεν κατηγορώ την κοπέλα, αντιθέτως τη θαυμάζω. Και είμαι σίγουρος ότι μπορεί να επιβιώσει μόνη της.»

«Χάρισες τη ζωή σε ένα παιδί και τώρα λες ότι σε χρησιμοποίησε!?» θυμώνουν οι νάνοι και τα μάτια τους πετάνε σπίθες.

«Ο κυνηγός πλήρωσε την πράξη του ανάλογα! Έβαλα να τον εκτελέσουν με τον ίδιο τρόπο που του ζήτησα να σκοτώσει τη Χιονάτη! είπε η μητριά με μοχθηρό χαμόγελο.

«Πληρώνω για την καλοσύνη μου!» γκρίνιαξε ο κυνηγός. Έπρεπε να το ξέρω ότι δεν μπορείς να ξεγελάσεις τη βασίλισσα! Καλύτερα να είχα κάνει το καθήκον μου. Η βασίλισσα δε μου έκανε την ίδια χάρη που έκανα στο παιδί. Δε μου χάρισε τη ζωή. Πονάω ότι με κατηγορούν από πάνω. Θεωρώ υπεύθυνη τη Χιονάτη!» Στα μάτια του απλώθηκε ένα κενό. Το κενό του φονιά που περιγράφει το θύμα του ως ένοχο! Του εκτελεστή που του αναθέτουν να κάνει έγκλημα και αντί να εναντιωθεί στον ανώτερό του, τα βάζει με το θύμα! Δε νιώθει υπεύθυνος. Αντιστρέφει το «δίκαιο» για να απαλύνει τις τύψεις του.

«Χέστης ήσουν τότε και χέστης είσαι και τώρα!» τον αποπαίρνει αυστηρά η μητριά.

Η Χιονάτη όμως τον κοιτάζει με κατανόηση, συμπόνια και απέραντη ευγνωμοσύνη. Η αγάπη της τον τυλίγει. Φως και ζεστασιά επιστρέφουν στη ματιά του κυνηγού.

«Να νιώθεις περήφανος και όχι ένοχος, ότι δεν τη σκότωσες!» του λένε οι νάνοι. Σ’ ευχαριστούμε που την έσωσες»! Και καθώς μιλάνε συνειδητοποιούν ότι μιλάνε κι εκ μέρους του πατέρα. Σα να ήταν ένα πρόσωπο. Η Χιονάτη τους έβλεπε ως προστάτες, ως υποκατάστατα του μπαμπά. (Κι όταν κανείς νιώθει σε μια σχέση σαν εξαρτημένο παιδί, είτε οικονομικά είτε συναισθηματικά, βολεύεται και δεν προσπαθεί για την εξέλιξή του.)

«Όλοι ξέρουμε, ακόμη και η βασίλισσα, ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο κυνηγός να σφάξει την κοπέλα. Ήταν μια σκηνοθετημένη δράση να φύγει η Χιονάτη, να περιπλανηθεί και να ζήσει όλα όσα την περίμεναν!» ακούστηκε η ειρωνική φωνή του εσωτερικού άντρα/κριτή. Και μετά γύρισε προς τη μητριά ρωτώντας: «Για ποιον θέλεις να είσαι η ωραιότερη του κόσμου? Για τον εαυτό σου? Για τον βασιλιά? Για τον καθρέφτη?»

«Δε θέλω να λερώσω τα χέρια μου σκοτώνοντάς τη Χιονάτη. Θέλω να την αφανίσω, αλλά αν το κάνω, θα χάσω το κίνητρό μου!» λέει η συνοφρυωμένη μητριά αποφεύγοντας την απάντηση.

«Εμένα διεκδικεί!» ισχυρίστηκε ο βασιλιάς.

«Μπα!» το παίζει άνετη η μητριά. «Πολεμάω μια κατάσταση. Καθώς η Χιονάτη μεγαλώνει και ομορφαίνει συνειδητοποιώ ότι κι εγώ μεγαλώνω, γερνάω.»

Ο εσωτερικός άντρας της Χιονάτης τσαντίζεται. Λέει ότι δεκάρα δε δίνει για την ομορφιά της Χιονάτης. Τον απασχολεί ότι κανένας δεν τη ρωτάει τι θέλει! Άλλοι την προστατεύουν, άλλοι τη συμβουλεύουν, άλλοι θέλουν να την ξεφορτωθούν. Κανείς όμως δεν ενδιαφέρεται για τις δικές της επιθυμίες. Σιγά σιγά οι δύο πτυχές της Χιονάτης συμφιλιώνονται. Αυτό ανησυχεί τη μητριά: «Φοβάμαι πως τώρα θα γίνει πολύ πιο ισχυρή από μένα. Θα χάσω τη θέση μου. Ξεκινάει να με απασχολεί ο άντρας μου που μέχρι τώρα τον περιφρονούσα κάπως.»

Αρχίζει να μιλάει ο βασιλιάς και η ιστορία ξεδιπλώνεται … Όταν πέθανε η πρώτη του γυναίκα, ο βασιλιάς ταράχτηκε πολύ. Ο θάνατος ήταν τόσο ξαφνικός, τόσο οδυνηρός! Ο βασιλιάς δε μπορούσε να τον ξεπεράσει. Για να παρηγορηθεί, έταξε στον εαυτό του ότι θα παντρευτεί την πιο ωραία γυναίκα του κόσμου. Βρήκε λοιπόν την καινούρια βασίλισσα, όμορφη σαν τον ήλιο που ανατέλλει. Όμως γεμάτη ανασφάλειες, μήπως χάσει την ομορφιά της, γιατί έτσι θα έχανε και τη θέση της. Ο βασιλιάς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τα συναισθήματά της. Τον απασχολούσαν τα δικά του, το υποσυνείδητο πένθος για το χαμό της πρώτης του γυναίκας και ο τεράστιος φόβος θανάτου που πυροδότησε η απώλεια αυτή. Ο βασιλιάς έτρεμε ότι κάποια στιγμή θα έρθει και η δική του ώρα. Για να αποφύγει τη βασανιστική σκέψη οχυρωνόταν στον κόσμο του. Ο προστατευτικός τοίχος ήταν η απόλαυση και η ομορφιά γύρω του.

Η μικρή Χιονάτη διεκδικούσε τον μπαμπά. Με κάθε ευκαιρία χωνόταν δίπλα του για να εκτοπίσει τη μητριά. Στο παλάτι πλανιόταν η φωτεινή σκιά της μάνας. Η Χιονάτη πίστευε ότι η μανούλα θα της φερόταν πολύ καλύτερα. Δυσκολευόταν να δεχτεί τη μητριά. «Εγώ είμαι το αίμα σου! Εμένα θα έπρεπε να με προσέχεις περισσότερο!» σκεφτόταν με παράπονο και πείσμα καθώς σκαρφάλωνε στα πόδια του μπαμπά της. Αφού πρώτα έσπρωξε τη μητριά.

Η Χιονάτη ήθελε να μπει στη θέση της μαμάς της δίπλα στο μπαμπά. Κι αν υπάρχει στην ψυχή του κοριτσιού η επιθυμία να είναι η σύντροφος του πατέρα, ποτέ δε θα είναι σε θέση να δει ισότιμα τους άντρες γύρω της. Πάντα θα την γοητεύουν οι μεγαλύτεροι, αλλά ακόμα κι έτσι δεν θα βρει ησυχία. Θα έχει τον μπαμπά ψηλά κι όλους τους άλλους θα τους υποτιμάει. Ένας είναι ο τρόπος να ελευθερωθεί, να αυτονομηθεί και να δει τον επόμενο άντρα σαν πρίγκιπα κι όχι σα νάνο: Να κάνει ένα βήμα πίσω έτσι ώστε να αδειάσει η θέση δίπλα στον πατέρα. Να μπορέσει να την πάρει η γυναίκα που εκείνος επέλεξε.

Μόλις κούρνιασε η μητριά κοντά στον άντρα της, έπαψε να νιώθει ανταγωνισμό. «Δε θέλω να αναλωθώ άλλο στον σκληρό αγώνα για τη μοναδικότητα. Δεν μπορώ να ελέγξω ότι θα είμαι πάντα η καλύτερη!» Αναστέναξε με ανακούφιση και έριξε μια ζεστή ματιά στη Χιονάτη.

Ο βασιλιάς χάρηκε που συμφιλιώθηκαν η σύζυγος με την κόρη του. Η διαμάχη τους τον διέλυε. Πάντα ένιωθε αμηχανία με τις γυναίκες, προτιμούσε να αναθέσει το παιδί στη σύζυγο και να μην ανακατεύεται στις διαφορές τους. Είχε άλλα καθήκοντα να ασχοληθεί.

«Αν σταματήσεις να μου δίνεις σημασία, θα στρέψω τον θυμό μου πάλι απέναντι στην κόρη…!» τον προειδοποιεί η βασίλισσα. «Με παραμελείς! Ποτέ δεν αναγνώρισες την προθυμία μου να αναλάβω το παιδί. Δε νοιάστηκες για τα ενδιαφέροντά μου, για τα χαρίσματά μου! Μόνο η ομορφιά μετρούσε!» Και συνεχίζει με πίκρα: «Κι εγώ βολεύτηκα. Μου άρεσε να είμαι το τέλειο πρότυπο της ομορφιάς για τον άντρα μου. Τώρα πια με ενδιαφέρουν κι άλλα. Θέλω έναν άντρα να μου στέκεται, να γνωρίζει τον χαρακτήρα μου και να με δέχεται ακόμα και με τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος. Αλλιώς θα είμαι καλύτερα μόνη μου!»

Η Χιονάτη συνειδητοποιεί ότι ο πατέρας της ήταν αυτός που έκανε την ομορφιά το πιο πολύτιμο αγαθό. «Θα μ’ αγαπούσες αν δεν ήμουν όμορφη?» τον ρωτάει.

Ο βασιλιάς κοιτάζει το πάτωμα σιωπηλός. «Τώρα που γέρασε η βασίλισσα, θα μπορούσα να βάλω εσένα πλάι μου.» λέει τελικά με βραχνή φωνή.

«Εγώ δε γέρασα, φάε τη γλώσσα σου! Απλά ωρίμασα!» διαμαρτύρεται θυμωμένα η μητριά. «Εξάλλου μαζί γερνάμε, είμαι και νεότερή σου! Απλά εσύ δεν κοιτάς ποτέ τον καθρέφτη και δε βλέπεις τις αλλαγές! Με λυπεί με πόση ευκολία θα μπορούσες να με αντικαταστήσεις!»

Αλλά ούτε στον εσωτερικό άντρα της Χιονάτης δεν αρέσει η απάντηση του πατέρα. «Δεν βλέπεις ίχνος αγάπης? Παρά αφήνεις μόνο την ομορφιά να σε τυφλώνει? Με καταστρέφεις έτσι!» Αγκαλιάζει τις υπόλοιπες πτυχές της Χιονάτης σα να λέει: Μην ψάχνεις άλλο επιβεβαίωση από τον μπαμπά! Τι θα ήθελες να αναγνωρίσει ο πατέρας σου? Τη δύναμη και τη λογική? Την ειλικρίνεια και την αγάπη σου? Εγώ τα βλέπω!

Η μητριά ηρέμησε. Ένιωσε κάτι να ξεκαθαρίζει μετά τη δήλωση του άντρα της. Ναι, τη βασάνιζε η ζήλια και πίστευε ότι εκείνη φταίει. Ότι είναι παράλογη. Τώρα που ειπώθηκαν τα ανείπωτα, ηρέμησε. «Δαπάνησα πολύ ενέργεια άσκοπα. Χαίρομαι ότι είναι η Χιονάτη καλά. Θέλω να φύγω. Με στενοχωρεί ότι ο άντρας μου βλέπει μόνο την ομορφιά που εγώ αναπόφευκτα την χάνω. Θα μείνει μόνος του. Δε βλέπει την εσωτερική μου ομορφιά που κόντεψα να την καταστρέψω λόγω του ανταγωνισμού. Δε νιώθω καν το δικαίωμα να δώσω στη Χιονάτη την ευχή μου, αλλά από την καρδιά μου της εύχομαι να είναι καλά.» Μετά γυρίζει προς την κοπέλα, λέγοντας τρυφερά: «Η μάνα σου ήταν πολύ σπουδαία γυναίκα, τη γνώρισα. Ενώ πήρα τη θέση της, δε μπορούσα ποτέ να είμαι σαν εκείνη. Υποκλίνομαι στη καλοσύνη της, στην ευφυΐα, στην ομορφιά της. Μακάρι να μπορούσα να δείξω στη μάνα σου πόσο όμορφη έγινες κι εσύ, πόσο της μοιάζεις!»

Η Χιονάτη συγκινείται και αγκαλιάζει τη μητριά της.

Ο βασιλιάς πλημμυρίζει από αντικρουόμενα συναισθήματα. Αισθάνεται άσχημα συνειδητοποιώντας τις παράλογες του απαιτήσεις. Φοβάται τα γηρατειά που του θυμίζουν τον θάνατο. Νιώθει ότι εκείνος φταίει για το άγχος της βασίλισσας να παραμείνει η πιο όμορφη. Χαίρεται βλέποντας τη Χιονάτη σε διάλογο με τις πτυχές της, συγκροτημένη και ολοκληρωμένη. Γιατί ως τότε την έβλεπε μόνο σα μικρό όμορφο κοριτσάκι.

Ο βασιλιάς λέει με ταραγμένη φωνή: «Είμαι μόνος. Δεν θέλω να αναζητήσω άλλη γυναίκα. Ξαφνικά νιώθω πόσο γέρασα. Είμαι ευχαριστημένος που έφυγε η κόρη από κοντά. Δεν είμαι όμως σίγουρος, αν τα καταφέρει μόνη της. Μου είναι δύσκολο να δεχτώ ότι έγινε ένα ανεξάρτητο ον που θα ζήσει τη ζωή του. Με τη λογική το καταλαβαίνω, αλλά συναισθηματικά δεν αντέχω, ότι πια δεν έχω ρόλο στη ζωή της.» Ο πατέρας ρωτάει τις πτυχές της Χιονάτης αν τον αγαπάνε. Την κάθε μια ξεχωριστά…

Η όμορφη θηλυκή δε μασάει… «Δεν με νοιάζει τι πιστεύεις για μένα. Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω! Η αρσενική πτυχή αναγνωρίζει τον πατέρα και του εκδηλώνει την αγάπη. Του λέει να μην ανησυχεί. «Δε θα με χάσεις, θα είμαι κοντά σου αν με έχεις ανάγκη. Θα σου γυρίσω πίσω ότι καλό μου έχεις προσφέρει.»

«Όχι!» αντιδράνε οι νάνοι: «Τίποτα δε χρειάζεται να γυρίσεις πίσω! Έτσι είναι η ζωή. Προχώρα! Αλλιώς δεν θα είσαι ποτέ ελεύθερη να ζήσεις τη δική σου ζωή. Μονίμως θα γυρίζεις πίσω να κοιτάς τις ανάγκες των γονιών σου!»

Ο βασιλιάς αποφασίζει να παραδώσει το βασίλειο του και πηγαίνει πιο κοντά στη γυναίκα του. Εκείνη τον παρηγορεί. Μόλις αναγνώρισαν ότι η ομορφιά και τα νιάτα τους έχουν χαθεί, η ένταση που είχαν μεταξύ τους υποχώρησε.

«Βάλε τα όρια σου και τους όρους σου.» προτείνει ο βασιλιάς στη βασίλισσα. «Ζήτα αυτά που χρειάζεσαι! Ποτέ δε μου έλεγες ξεκάθαρα τις επιθυμίες σου και μετά μου μούτρωνες. Αλλά με τη σιωπή δε λύνεται τίποτα!»

«Ήθελα να καταλάβεις από μόνος σου…!» παραδέχεται η βασίλισσα.

Στην αρχή της σχέσης δεν υπήρχε ισοτιμία. Ενώ τώρα ο βασιλιάς παροτρύνει τη σύζυγό του να εκδηλωθεί ελεύθερα. Μεγάλη πρόοδος για το παραμύθι που ζούμε…!

«Είναι όπως στα νιάτα μας όταν προσπαθώ να δω τι σου αρέσει!» γελάει ο βασιλιάς και τα ματάκια του αστράφτουν πονηρά. «Θα με βοηθήσεις κι εμένα αν μιλάς πιο συγκεκριμένα, πιο ουσιαστικά! Τώρα που θα γεράσουμε μαζί μπορούμε να αλλάξουμε τους όρους της συνύπαρξης μας.»

Η Χιονάτη τους παρακολουθεί χαμογελώντας.

 

Φλεβάρης 2021      «Η Χιονάτη με δημιούργησε έτσι…»

Η Χιονάτη, ένα μικρό φοβισμένο κοριτσάκι, είναι κολλημένη στη φούστα της μητριάς της. Όσο πιο πολύ τη διώχνει η μητριά, τόσο το κοριτσάκι έρχεται πιο κοντά ελπίζοντας ότι θα κερδίσει αποδοχή και αγάπη. Την προσοχή της την έχει ήδη. Σε αφθονία μάλιστα. Η μητριά δε χάνει ευκαιρία να πειράξει τη μικρή.

«Δεν ήθελα δικά μου παιδιά» λέει η μητριά, «η Χιονάτη ήταν η κούκλα μου που έπαιζα. Βλέπω τη Χιονάτη σαν δικό μου στοιχείο, την πολεμάω, παίζω μαζί της με άγριο τρόπο. Δίνει όμως νόημα στη ζωή μου. Νιώθω μοναξιά και θα βαριόμουν πάρα πολύ αν δεν υπήρχε. Μου αρέσει να τη βασανίζω. Όλο μ’ αυτήν ασχολούμαι.»
Και πράγματι, φτάνει ένα συνοφρύωμα, μια άγρια ματιά και η Χιονάτη ταράζεται, γίνεται ένα τρομαγμένο ανήμπορο κουβάρι, γεμάτο ανασφάλειες.

Αλλά και η μητριά έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, γι’ αυτό χρειάζεται συχνά επιβεβαίωση. Αυτός είναι κι ο λόγος που βρίσκεται μονίμως μπροστά από τον καθρέφτη. Αρχικά αφήνει να εννοηθεί ότι ο καθρέφτης είναι η γνώμη των άλλων. «Κατά βάθος νιώθω κοινότοπη γι’ αυτό χρειάζομαι να ξεχωρίζω τουλάχιστον εμφανισιακά.» παραδέχεται η μητριά. Η μικρή Χιονάτη την παρακολουθεί με απέραντο θαυμασμό στα ματάκια. Αχ πόσο όμορφη της φαίνεται η μαμά! Και πόσο απρόσιτη!

Η μητριά συνεχίζει το μονόλογο: «Ο καθρέφτης μου είναι απαραίτητος. Θέλω να με βλέπει. Όλοι κοιτάζουν μόνο τη Χιονάτη κι εγώ χάνομαι. Πρέπει να εξαφανιστεί για να έχω εγώ υπόσταση!» Και τότε φανερώνεται ότι ο καθρέφτης είναι ο βασιλιάς, ο πατέρας της Χιονάτης. «Θαυμάζω περισσότερο την κόρη μου από την γυναίκα μου.» ομολογεί. «Και περισσότερο είχα ερωτευτεί τη μάνα της Χιονάτης από τη δεύτερη σύζυγο.»

Να η αιτία του ανταγωνισμού! Η αιτία της ανασφάλειας, την οποία η μητριά εκτόνωνε με επιθετικότητα απέναντι στην κοπέλα… Αλλά όλα αυτά δεν τα καταλάβαινε η μικρή Χιονάτη. Το μυαλουδάκι της έβγαλε ένα συμπέρασμα: «Πρέπει να είμαι πολύ καλό και υπάκουο κοριτσάκι, αλλιώς θα χαθώ σε αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να περιμένω υπομονετικά μέχρι να έρθει κάποιος να με σώσει.»

Μεγαλώνοντας όμως, άρχισε να αντιλαμβάνεται τις κακίες της μητριάς και άρχισε να αγανακτεί για τις αδικίες. Γεννήθηκε η αγνή Χιονάτη η οποία είναι περήφανη για την αθωότητα και αγνότητα της. Και γεμάτη παράπονο για τις εχθροπραξίες εις βάρος της.

Η μητριά βάζει τα γέλια λέγοντας πόσο της άρεσε αυτό το αστείο παιχνίδι! «Μου άρεσε ότι κυριαρχούσα! Την επηρέαζα πάρα πολύ, με νουθεσίες. Ήταν τόσο αθώα! Συχνά τη μάλωνα, την προσέβαλα. Ήξερα ότι ο κυνηγός δε θα τη σκότωνε, θα τη φοβέριζε λίγο, σαν το μπαμπούλα. Εκείνη όμως τρόμαξε και έφυγε. Πήγε να παίξει με τους εφτά νάνους. Κι εγώ από πίσω, να παίξω μαζί τους χαλώντας τους το παιχνίδι! Πέρασα πολύ ωραία! Η Χιονάτη ήταν η ολοκλήρωσή μου! Εγώ τη μεγάλωσα, κι ας το έκανα με λίγο ανώμαλο τρόπο.»

Η Χιονάτη παρουσιάζει μια νέα πτυχή. Την εκνευρισμένη με τον ίδιο της τον εαυτό. «Τρεις φορές σε σώσανε και παρέμεινες χαζή! Πάντα περιμένεις κάποιον να σε σώσει! Μια ο κυνηγός, μια οι νάνοι, μια ο πρίγκιπας! Ξέρεις ποια είσαι και τι θέλεις? Και τον πρίγκιπα τον ερωτεύτηκες χωρίς να τον γνωρίζεις? Για να ξεφύγεις από τον εαυτό σου και από τη ζωή σου? Κι αυτός ο πρίγκιπας τι ρόλο παίζει? Τόσο τρελά σε ερωτεύτηκε μόνο και μόνο για την ομορφιά σου? Κι ας έμοιαζες νεκρή???!!!» επιπλήττει τον εαυτό της. «Και με τους νάνους έχω νεύρα! Με τους όρους που μου επέβαλαν! θα σε βοηθήσουμε, αλλά θα δουλέψεις!»

Οι νάνοι ήταν πολύ εργατικοί άνθρωποι, ιδιόρρυθμοι και τελειομανείς. Με αρχές. Ο μόνος λόγος που τη δέχτηκαν ήταν ότι εκτίμησαν τον σεβασμό της. Ότι ήπιε μόνο μια γουλίτσα από το κάθε ποτηράκι… Ότι είναι ικανή να μοιράζεται και να υπολογίζει τους άλλους. «Μεγάλωσε κοντά μας, την είχαμε αγαπήσει και τη θαυμάζαμε όλοι. Έμεινε άπιαστη για μας, ένα αγγελικό πλάσμα από βασιλική οικογένεια. Παρέμενε όμως πολύ αφελής. Μπλόκαρε στην εξέλιξη. Δεν είχε αντιληφθεί ότι έγινε γυναίκα.»

Και πραγματικά, η Χιονάτη μεγάλωσε, αλλά παρέμενε παιδί, ένα αγνό καλό παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δεν είχε βρει την θηλυκή της υπόσταση, δεν ήξερε πόσο όμορφη ήταν. Στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του παλατιού ήταν απαγορευτικό κι επικίνδυνο να ομορφαίνει, η μητριά δεν το συγχωρούσε. Γι’ αυτό προτίμησε να «μην μεγαλώσει», να αρνηθεί να δει τις σεξουαλικές της ανάγκες και πόσο γοητευτική είναι.

Επίσης, κουβαλούσε θυμό για τον πατέρα που δεν τη προστάτεψε. Σα να έχασε την άποψή του! Έγινε ο καθρέφτης που απλά απαντούσε στη γυναίκα του όσα ήθελε εκείνη ν’ ακούσει! Η παραπονεμένη της ματιά έψαχνε τον μπαμπά.

Ο πατέρας απολογήθηκε ότι είχε πολλές υποχρεώσεις και δεν αντιλήφθηκε το βάθος του προβλήματος. Κι όποτε έπαιρνε το μέρος της, η μητριά εξοργιζόταν. Όποτε έδειχνε τρυφερότητα στην κοπέλα, η μητριά γινόταν θηρίο κι εξαπέλυε φλόγες.

Η αγνή Χιονάτη ακροβατεί μεταξύ αγανάκτησης και απορίας. «Δεν καταλαβαίνω πως μερικοί άνθρωποι απολαμβάνουν να κάνουν τους άλλους δυστυχισμένους! Εγώ πάλευα να μην γίνω σα τη μητριά, να παραμείνω καλοσυνάτη, καλόκαρδη! Κράτησα το αθώο παιδί μου μέσα ζωντανό!»

Ο πατέρας/καθρέφτης την κοιτάζει με αγάπη: «Αυτό εννοούσα λέγοντας ότι είσαι ομορφότερη. Όχι εξωτερικά, αλλά ότι έχεις μια όμορφη ψυχή. Δεν τολμούσα να σε υπερασπιστώ γιατί η μητριά το παρεξηγούσε και γινόταν ακόμα χειρότερη. Έπαθα ταχυκαρδία όταν κατάλαβα πόσο πολύ κινδύνεψες! Ήμουν κι εγώ αρκετά αφελής. Πρόβαλα πάνω στη γυναίκα μου τα καλά μου στοιχεία και δεν αντιλήφθηκα πόσο επικίνδυνη είναι. Η μητριά έχει ναρκισσιστική προσωπικότητα, πιστεύει ότι είναι η πιο ωραία και επιμένει στην ιδέα ότι αυτό πρέπει να διαρκέσει για πάντα. Τους άλλους τους χρησιμοποιεί σαν αντικείμενα για να διασκεδάσει. Η ομορφιά, η χαρά της ζωής και η αφέλεια είναι ακριβώς τα στοιχεία που έλκουν του νάρκισσους. Μακάρι να το είχα καταλάβει νωρίτερα και να μην είχες τραβήξει τόσα πολλά! Έπρεπε να σου είχα μάθει άμυνες, να σου είχα δώσει εφόδια! Δυστυχώς όμως περπάτησες ξυπόλητη στα αγκάθια!» Ο πατέρας την παίρνει αγκαλιά.

Και τότε λένε οι νάνοι. «Είμαστε κανονικοί άντρες που η Χιονάτη μας έβλεπε σαν μικρά αγόρια, γιατί η ίδια ήτανε μικρή και αθώα. Μεγάλωσε όμως χωρίς να το καταλάβει, έγινε μια ελκυστική γυναίκα. Ζήταγε από μας αγκαλίτσες που δεν πήρε από τον μπαμπά της. Εμείς όμως ζοριστήκαμε με αυτές τις τρυφερότητες που δεν αντιλαμβανόταν και δεν σεβόταν το πάθος του άντρα. Όλοι με τη σειρά μας την ερωτευτήκαμε και νιώσαμε ότι μας χρησιμοποίησε, μας εκμεταλλεύτηκε να καλύψει κάποιες παλιές της συναισθηματικές ανάγκες. Λαχταρούσε την επιβεβαίωση ότι όλοι τη θέλουμε.. Έπρεπε να περάσουν εφτά μπαμπάδες για να της συμπαρασταθούν, να τη φροντίσουν, να την προστατέψουν για να καλυφτούν τα κενά της.»

«Το αναγνωρίζω και είμαι απόλυτα ευγνώμων για όσα πήρα από εσάς. Ο καθένας με τον τρόπο του μου έδειξε τον δρόμο μου.» είπε η βασίλισσα Χιονάτη, η παντρεμένη με τον πρίγκιπα. Δεν ήμουν μόνο αφελής, ανέλαβα τα ρίσκα μου για να μάθω καινούρια πράγματα. Τα κατάφερα με διάφορους τρόπους, άλλοτε με υπομονή, άλλοτε με δράση. Στο κουκούλι της γυάλινης κάσας ωρίμασα εσωτερικά, ανασυγκροτήθηκα και όταν βγήκα έξω ένιωθα δυνατή και αυτόνομη. Έφτυσα τις δηλητηριασμένες απόψεις της μητριάς μου για το ποια είμαι κι αν είμαι επαρκής και ξεκίνησα να στηρίζομαι στη δική μου κρίση. Αγκαλιάζοντας την αρσενική μου πλευρά ταυτόχρονα δέχτηκα ότι θετικό πήρα από τον πατέρα μου. Αισθάνομαι ασφαλής κι ότι πατάω γερά στα πόδια μου. Είμαι ισάξια ενός πρίγκιπα.»

Ο πρίγκιπας της ρίχνει ένα ζεστό βλέμμα: «Νιώθω την αγάπη μας. Αλλά κι εγώ νιώθω κοντός μπροστά σου…»

Τα ματάκια της μικρής Χιονάτης παρακολουθούν με αγωνία. Είναι γεμάτα σύγχυση και ενοχές. «Δεν καταλαβαίνω τίποτα» ψιθυρίζει τρομαγμένη με τα μάτια της καρφωμένα στη μητριά.

Μεγαλώνοντας μεγάλωνε και η σύγχυση της. Μπερδεμένη με τα διπλά μηνύματα της μητριάς η οποία μίλαγε για αγάπη ενώ την κακοποιούσε, η Χιονάτη δεν ήξερε πόσο μπορεί να εμπιστευτεί τους ανθρώπους. Δεν έμαθε να διεκδικεί. Έγινε πολύ ενοχική, πίστευε ότι για όλα φταίει η ίδια. Την βασάνιζαν οι αμφιβολίες αν είναι αρκετή… Μήπως είναι υπερβολικά όμορφη κι αυτό είναι κακό?

Όμως, στη ρίζα των ενοχών της Χιονάτης ήταν ο θάνατος της μάνας, ενώ τη γεννούσε. Η κοπέλα υποσυνείδητα πίστευε, ότι εκείνη σκότωσε τη μαμά και ότι της αξίζει τιμωρία.

«Ακριβώς αυτό ένιωθα!» αναφώνησε η μητριά. «Η Χιονάτη με δημιούργησε έτσι! Είχε ανάγκη από έναν τιμωρό για να εξιλεωθεί! «Αλλά μόλις αγάπησε τον εαυτό της – μέσα από τον πρίγκιπα – εγώ μπορούσα να χαθώ. Η φωτιά και ο χορός έλιωσαν τα παγωμένα μου συναισθήματα. Με τη μικρή απλά έπαιζα, την ενήλικη Χιονάτη αγαπώ. Της εύχομαι κάθε καλό…»

Το κουβάρι των εσωτερικών συγκρούσεων αρχίζει να ξετυλίγεται καθώς η απαξιωτική αυστηρή μητριά μέσα της μεταμορφώνεται στον ερωτευμένο πρίγκιπα, ο οποίος τη λατρεύει έτσι ακριβώς όπως είναι. Ακόμη και νεκρή. Ήταν η πρόκληση και η λύση. Η τιμωρία της απόρριψης και η απόλυτη αποδοχή. Οι αλληλένδετες δυνάμεις του καλού και του κακού που παίζουνε μέσα μας.

Εμφανίζεται η μάνα της Χιονάτης και την διαβεβαιώνει ότι είναι πολύ όμορφη και μπορεί να μην το φοβάται. «Λυπάμαι που δε μπόρεσα να σε μεγαλώσω. Δεν φταις εσύ για τον θάνατό μου! Χαίρομαι ότι εσύ ζεις, κι ας πλήρωσα αυτό το τίμημα. Σε εμπιστεύομαι ότι θα τα καταφέρεις! Μπορείς να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις τη ζωή σου και την ομορφιά σου. Σου αξίζουν τα καλύτερα!» Αυτό ανακουφίζει πολύ τη μικρή. Απομακρύνεται από τη μητριά και χώνεται στην αγκαλιά της βασίλισσας Χιονάτης. Όλες οι πτυχές της είναι μονιασμένες.

Μόνο η αγνή Χιονάτη παίρνει το ύφος του Γαλιλαίου την ώρα που σιγομουρμούριζε «κι όμως κινείται!» και δηλώνει: «Εγώ πάντως θέλω να παραμείνω παιδί! Φοβάμαι ότι θα αλλοιωθώ αν αλλάξω. Θα χάσω τον πυρήνα μου, την ταυτότητά μου, τη διαφορετικότητά μου. Θα γίνω σαν τους άλλους!»