Ο Αυλητής του Χάμελιν

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μεσαιωνική πόλη στη Γερμανία  χάθηκαν παιδιά. Και σήμερα κινδυνεύουν… Χιλιάδες χαμένα αποκομμένα φοβισμένα παιδιά τριγυρνούν γύρω μας. Παιδιά ξένα, παιδιά της γειτονιάς, παιδιά δικά μας. Και τα πιο ορφανά απ’ όλα είναι τα εσωτερικά μας παιδιά. Ολομόναχα και ξεχασμένα σε κάποια σκιερή γωνιά της ψυχής. Κοιτάς  γύρω σου και όλα είναι χάλια. Τίποτα δεν πάει καλά. Κάθε προσπάθεια μοιάζει μάταιη. Ό,τι κι αν κάνεις τα ποντίκια μονίμως πληθαίνουν!  Μία είναι η λύση: Βρες το παιδί που χάθηκε και πήγαινε κοντά του. Ακόμη κι αν το μόνο μέρος που μπορείς να το συναντήσεις είναι μέσα στην καρδιά σου. Δώσε του όσα χρειάζεται να ζωντανέψει, να χαρεί. Και αυτό θα σε γεμίσει αγάπη…

Για να καταλάβετε πιο εύκολα την αναπαράσταση, καλό είναι να διαβάσετε πρώτα τον θρύλο. Θα τον βρείτε πατώντας το κουμπί Ανάγνωση παραμυθιού.  Επίσης, μπορείτε να τον ακούσετε πατώντας το Αφήγηση παραμυθιού.

Οι λέξεις με έντονη γραφή υποδηλώνουν τα άτομα και τις έννοιες που εκπροσωπήθηκαν στην αναπαράσταση.

 

Αναπαράσταση – Ιούνιος 2021      Να δαμάζει ό,τι άγριο και να αφυπνίζει ό,τι κοιμισμένο

Βρισκόμαστε στο έτος 1284…  ή μήπως στο 2021; Ας πούμε καλύτερα: μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια όμορφη πόλη που τη λέγανε Χάμελιν.  Ήταν πολύ λαμπερή και πλούσια, τακτοποιημένη και κομψή στην επιφάνεια! Μα τόσο γεμάτη βία, φθόνο, κακία, ψέματα και προδοσία στα σκοτεινά της σοκάκια,  πίσω από τις κλειστές πόρτες μικρών σπιτιών και πλούσιων αρχοντικών! Και όλα αυτά τα συναισθήματα σταδιακά συμπυκνώθηκαν και έγιναν μια σκοτεινή μάζα, μια βρωμερή λάσπη από την οποία γεννήθηκαν αρουραίοι και ποντίκια. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, οι Κρυφές ακαθαρσίες της πόλης πολλαπλασιάζονταν και έρχονταν σε όλο και μεγαλύτερη αντίθεση με την πολυδιαφημισμένη επιφανειακή τάξη της. Τα τρωκτικά έτρωγαν τις ανθρώπινες σχέσεις. Καταβρόχθιζαν την ηρεμία και την ευημερία των κατοίκων της πόλης. Ακόμη και χίλιοι ποντικοκτόνοι να καθάριζαν την πόλη, θα γεννιόντουσαν όλο και περισσότερα ποντίκια. Γιατί – χωρίς να το γνωρίζουν – οι ίδιοι οι πολίτες είχαν ο καθένας το προσωπικό του ποντικο-εκκολαπτήριο στην καρδιά και στο μυαλό του.

Και ποιος ήταν ο μυοκτόνος, ο Αυλητής;

Ένα μυστήριο άτομο, παρεξηγημένο… Είχε δύσκολη ζωή από παιδί, μιας και μεγάλωνε μόνο με τη μητέρα του. Και ήταν μικρός ακόμα όταν η μάνα του ξαφνικά πέθανε, αφήνοντάς τον ολομόναχο. Όλοι απέφευγαν και περιφρονούσαν το μυξιάρικο μπασταρδάκι. Ο ίδιος τα έβγαζε πέρα όσο καλύτερα μπορούσε. Έμαθε να επιβιώνει. Κοιμόταν στο δάσος και παρακολουθούσε τους κατοίκους του, τα έντομα, τα ζώα και τα πουλιά. Τα αγαπούσε και μάθαινε από αυτά. Τα ζώα ήταν οι συνεργάτες του, οι δάσκαλοί του, οι φίλοι του. Έμαθε να επικοινωνεί μαζί τους, ήξερε τα κουμπιά τους.

Δε γνωρίζουμε πώς απέκτησε τον αυλό του, αλλά στα χέρια του ζωντάνευε και ηχούσε σαν πουλί στα κλαδιά. Η λαχτάρα του, όπως και η νοσταλγία, η θλίψη και ο θυμός του αναδύονταν μέσα από το φλάουτο από τα βάθη της ψυχής του.

Ένας αμίλητος, εσωστρεφής, μελαγχολικός άνδρας και ταυτόχρονα ένα μοναχικό ορφανό αγόρι που λαχταρά να το προσέξουν ήταν. Ντυμένος με πολύχρωμα ρούχα  που έκαναν τόση αντίθεση με τη σοβαρότητα του βαθιού του βλέμματος. Μια παράξενη αλλόκοτη φιγούρα, ένας παλιάτσος, ένας ύποπτος ξένος. Τόσο διαφορετικός από τους αξιοσέβαστους και καθωσπρέπει κατοίκους της πόλης που είχαν όνομα, περιουσία, οικογένεια, επάγγελμα και χρήματα!

Όμως και ο Αυλητής είχε χρήματα. Ήξερε πως να τα κερδίζει. Η τέχνη του ήταν τόσο χρήσιμη και πολύτιμη! Ο αυλός στα χέρια του ήταν σα μαγικό ραβδί. Όταν έπαιζε, μπορούσε να δαμάσει, να υπνωτίσει, να γητεύσει όποιον τον άκουγε. Έτσι ο Αυλητής  πήγαινε από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη, ασκώντας την τέχνη του. Ηρεμούσε αλαφιασμένα άλογα, εξημέρωνε άγρια επιθετικά σκυλιά, έδιωχνε ποντίκια.

Και σκεφτόταν, συνέχεια σκεφτόταν… στοχαζόταν το νόημα της ζωής, την τάξη των πραγμάτων. Ήταν ένας φιλόσοφος που αγαπούσε τη φύση και έμενε μακριά από ανθρώπους. Δεν τους εμπιστευόταν γιατί τον είχαν απογοητεύσει. Τους απέφευγε επειδή τον απέρριπταν. Απαντούσε στην αδιαφορία με αδιαφορία. Στην περιφρόνηση με περιφρόνηση. Ο Αυλητής δεν περίμενε τίποτα καλό από τους ανθρώπους. Από καιρό  σταμάτησε να επιθυμεί να θαυμάσουν την ομορφιά των μελωδιών του ή να εκτιμήσουν  την ικανότητά του να επηρεάζει τα άγρια ζώα. Είχε συνηθίσει να τον υποτιμούν. Το μόνο που ζήταγε ήταν να τηρούν τις συμφωνίες που έκαναν μαζί του.

Ήθελε να πληρώνεται για τις υπηρεσίες του, όπως κι ο ίδιος πάντα πλήρωνε για τις υπηρεσίες που δεχόταν. Όταν είχε ανάγκη από αγκαλιά και πάθος πήγαινε στις πόρνες. Μέχρι που ήρθε μια μέρα όπου φαινόταν ότι ίσων να μπορούσε να ανοίξει την καρδιά του, να εξομολογηθεί και να κουρνιάσει στην αγκαλιά μιας γυναίκας, την οποία δεν θα χρειαζόταν να πληρώσει. Μια μέρα που γνώρισε την Αγνέσα…

Η Αγνέσα ήταν πανέμορφη και είχε όλα όσα έλλειπαν στον Αυλητή: κοινωνική θέση, μόρφωση, την αφοσίωση αμέτρητων θαυμαστών και πάνω απ’ όλα, μια οικογένεια. Για μια στιγμή, η ονειροπόλα καρδιά του Αυλητή πίστεψε ότι θα μπορούσε να ζήσει μια ζωή κανονική, όπως όλοι οι άνθρωποι που κάπου ανήκουν. Την κοίταζε στα μάτια και ήταν σα μέσα από δυο παράθυρα να έβλεπε ένα ονειρεμένο σπίτι…

Η Αγνέσα επίσης έβλεπε στο πρόσωπο του Αυλητή αυτό που τόσο ποθούσε απεγνωσμένα. Ήταν  γοητευμένη από την ελευθερία και την ανεξαρτησία του, από τη μυστηριώδη του εσωστρέφεια, από τη δύναμη της θέλησής του. Θα ήθελε κι αυτή να είναι ελεύθερη, ανεξάρτητη και δυνατή. Ήταν όμως καταβολεμένη και αυτό δεν την άφηνε να κάνει το βήμα  που σύμφωνα με τα λεγόμενά της τόσο πολύ επιθυμούσε.  Επηρεασμένη τόσο πολύ από τις απόψεις του πατέρα της, δημάρχου της πόλης. Περιορισμένη από όλους τους κανόνες, τις συνήθειες και τα καθήκοντα που έπνιξαν τις κρυφές της επιθυμίες πριν καν τις συνειδητοποιήσει. Γεμάτη άγχος: «Τι θα πει ο κόσμος;!», δε βρήκε το κουράγιο να φύγει από την πόλη μαζί με τον Αυλητή. Ήθελε να τον αλλάξει, να τον φέρει στα δικά της μέτρα, να τον επαναπροσδιορίσει για να μοιάζει περισσότερο στους αξιοπρεπείς άνδρες του Χάμελιν. Έτσι του πρότεινε να εγκατασταθεί εκεί. Κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο επικριτική, απαιτώντας μια αλλαγή στην οποία η ίδια δεν ήθελε να συμμετέχει. Τα φιλιά και οι αγκαλιές λιγόστευαν και τα θυμωμένα λόγια αυξάνονταν. Η Αγάπη τους άρχισε να φθίνει.

Ο Αυλητής αισθανόταν ότι η Αγνέσα δεν τον αγαπούσε, ότι αγαπούσε μόνο την ιδέα της γι’ αυτόν. Ο ίδιος δε θα έμενε στο Χάμελιν ακόμη και αν πληρωνόταν δίκαια. Ένιωθε ότι είχε ακόμα δρόμο μπροστά του. Ότι έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι και με τη μελωδία του να δαμάζει ό,τι άγριο και να αφυπνίζει ό,τι κοιμισμένο… Όφειλε να συνεχίζει να κάνει το επάγγελμα του, το έργο του στον έξω κόσμο, μέχρι να μπορέσει να το ολοκληρώσει μέσα του…   

Στο Χάμελιν ένιωθε αβάσταχτα μόνος παρά το γεγονός ότι κάποιοι τον θαύμαζαν… Υπήρχαν Νέοι που τον έβλεπαν ως επαναστάτη, αντάρτη, αγωνιστή της δικαιοσύνης. Κυρίως όμως προσέλκυε τα Μικρά Παιδιά που τον ακολουθούσαν σε κάθε του βήμα και άκουγαν τα τραγούδια του. Ήταν τρομοκρατημένα από τα ποντίκια και από τις φήμες για αρρώστιες  και τους πρώτους νεκρούς. Ήταν απελπισμένα βλέποντας τον πανικό που είχε κυριεύσει τους γονείς τους και κυρίως από την αίσθηση ότι κανένας από τους ενήλικες της πόλης δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει την κρίση. Γι’ αυτό προσκολλήθηκαν τόσο πολύ στον Αυλητή. Είχαν εντυπωσιαστεί από την εσωτερική του δύναμη και την ικανότητά του να αλλάξει την κατάσταση. Τους άρεσαν οι χαρούμενες μελωδίες του, που έρχονταν σε μεγάλη αντίθεση με τις επικρίσεις και τη μόνιμη γρίνια που άκουγαν στο σπίτι. Ο Αυλητής ήταν το πρότυπό τους, ο ήρωάς τους. «Θέλουμε να γίνουμε σαν κι εσένα! Είσαι το πρότυπο της ελευθερίας, είσαι ίδια η ζωή!» του έλεγαν. «Τίποτα δε μας περιμένει εδώ στην πόλη, νεκρική σιωπή επικρατεί χωρίς εσένα. Όπου και να πας θα έρθουμε μαζί σου!»

Ο Αυλητής  όμως αισθανόταν τόσο ασύνδετος, τόσο αμέτοχος! Κάθε δήλωση θαυμασμού ή επαίνου, κάθε εξομολόγηση ήταν γι’ αυτόν απλώς λόγια, κενά λόγια που περνούσαν από τα αυτιά του αλλά δεν άγγιζαν  την καρδιά του. Ο Αυλητής έμενε αποστασιοποιημένος γιατί δεν εμπιστευόταν τα καλά λόγια.

Πολύ περισσότερο τον επηρέασε η στάση του δημάρχου! Ο Δήμαρχος, στρογγυλοκαθισμένος αναπαυτικά στη θέση της εξουσίας, καλοβολεμένος στην ακλόνητη αλήθεια των απόψεών του, κοίταζε με περιφρόνηση τον Αυλητή. Τον είχε καταδικάσει από την πρώτη στιγμή, μόλις είδε το πολύχρωμο ντύσιμό του. Τον θεωρούσε βρωμιάρη, κι ας  ήταν καθαρός. Χαραμοφάη, κι ας ήταν εργατικός.  Τον θεωρούσε αναξιόπιστο τρελό, παρόλο που είχε ολοκληρώσει το έργο που ανέλαβε πολύ σωστά και υπεύθυνα. Ο Δήμαρχος χωρίς να το ξέρει, στο πρόσωπο του Αυλητή έβλεπε τον εαυτό του. Τόση αλαζονεία, τόση περιφρόνηση ένιωθε απέναντί του! Κι ας έβλεπε πως η κόρη του Αγνέσα ερωτεύτηκε τον Αυλητή. Ή μήπως ακριβώς γι αυτό; Πάντως δε μετάνιωσε ούτε στιγμή για την απόφασή του να στερήσει από τον Αυλητή τη συμφωνημένη αμοιβή. Ακόμα και όταν όλα τα παιδιά χάθηκαν από την πόλη…

Η στάση του Δημάρχου εξόργισε τον Αυλητή! Ναι, αυτή η συμπεριφορά του ήταν πολύ οικεία! Την είχε συνηθίσει, ίσως και να μην περίμενε τίποτα άλλο, καλύτερο. Μόνο που τώρα ήταν η τελευταία σταγόνα που έκανε το ποτήρι του θυμού να ξεχειλίσει. Ξαφνικά απλώθηκε γύρω του η σκιά του σκοτεινού στοχαστή, του πικρόχολου φιλόσοφου, του μοχθηρού ηγέτη, του μαύρου μάγου. Ο Αυλητής  βρισκόταν σε σταυροδρόμι: ένας δρόμος οδηγούσε στην εκδίκηση και στην καταστροφή, ο άλλος σε μια μακρινή, μυστηριώδη γυναικεία φιγούρα που τον κοιτούσε με τρυφερό βλέμμα. Ο Αυλητής κοίταζε για πολύ ώρα προς τις δύο κατευθύνσεις και μετά κινήθηκε προς τη γυναίκα.

Κάθισε δίπλα της σιωπηλά αφήνοντάς την να τον αγκαλιάσει με το απαλό της χέρι. Ήταν η Θηλυκή του πλευρά: η τρυφερότητα, η συμπόνια, η ικανότητά του να μοιράζεται και να αγαπά. Ιδιότητες που είχε θάψει μαζί με τη μητέρα του. Εδώ και πολύ καιρό την είχε πενθήσει και την είχε ξεχάσει… Αλλά τώρα ήταν σα να τη συναντούσε ξανά μέσα από την εσωτερική του γυναίκα. Και ήταν τόσο όμορφη! Ο Αυλητής δε μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της! Καθόντουσαν μαζί χωρίς λόγια. Ο Αυλητής εισέπνεε βαθιά την ευγενική, σοφή της ενέργεια. Και τότε συνειδητοποίησε ότι μόνο όσοι έχουν τις ίδιες αξίες με εκείνον, μπορούν να τον εκτιμήσουν. Πως οι υπόλοιποι θα βλέπουν πάνω του μόνο αυτό που είναι ικανοί να δουν… με το δικό τους μπόι… Ο δήμαρχος θα τον βλέπει πάντα με τα δημαρχίσια του μάτια και θα τον υπολογίζει με το δημαρχικό του μέτρο. Πόσο ανόητο, πόσο μάταιο είναι να περιμένει την αναγνώρισή του! Είναι σα να προσπαθείς με μια όμορφη μελωδία να ευχαριστήσεις έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται για τη μουσική. Ο καλύτερος αυλητής στον κόσμο δεν μπορεί να αλλάξει το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν την ικανότητα να ακούνε…  Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκανε την αποδοχή του ΈΤΣΙ ΕΊΝΑΙ! Και εκείνη τη στιγμή βρήκε τη δύναμη να εμπιστευτεί ξανά…

Ο Αυλητής ξύπνησε τη θηλυκότητά του κι ανοίχτηκε στην αγάπη. Και τα παιδιά το αισθάνθηκαν και τον ακολούθησαν. Την αγάπη ακολούθησαν.  Ένα από τα παιδιά, μια Γοητευτική κοπελίτσα, είπε πως είναι σίγουρη ότι ο Αυλητής θα γινόταν ευτυχισμένος αν έβρισκε μια γυναίκα που θα τον καταλάβαινε και θα τον αγαπούσε. «Αισθάνομαι ότι εγώ είμαι αυτή η γυναίκα, μεγάλωσα δίπλα του και ήδη βρίσκομαι στο πλευρό του. Τον αγαπώ και ταυτόχρονα αισθάνομαι ελεύθερη και ανεξάρτητη. Δεν εξαρτώμαι από αυτόν, αντίθετα με έκανε να συνειδητοποιήσω τις επιθυμίες μου και να αναπτύξω τα ταλέντα μου.» συνέχισε με ενθουσιασμό η Γοητευτική κοπέλα. Ο Αυλητής απλά χαμογέλασε καλοπροαίρετα. Προς το παρόν είχε μάτια μόνο για τη Θηλυκή του πλευρά, ήταν πλήρως απασχολημένος προσπαθώντας να τη γνωρίσει καλύτερα.

Και ποια ήταν η τύχη των παιδιών; Δεν πουλήθηκαν ως σκλάβοι, ούτε στρατολογήθηκαν για τη σταυροφορία στους Αγίους Τόπους. Ακολούθησαν τον Αυλητή και εγκαταστάθηκαν σε ένα χωριό στα ανατολικά. Ένας από αυτούς, o Σκεπτόμενος νεαρός, αναρωτήθηκε γιατί τον ακολουθούσαν και σε ποιο βαθμό είχαν επιλογή… «Έχει καθόλου ένα παιδί δική του επιλογή; Μάλλον μόνο τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα στα παραδείγματα που βλέπει γύρω του…» Αυτό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε. Η Γοητευτική κοπέλα αντέτεινε ότι το παιδί έχει την ικανότητα να επιλέξει, αλλά το κάνει διαισθητικά, όχι λογικά. Με το ένστικτο επιβίωσης επιλέγει αυτό που θα του δώσει περισσότερη ασφάλεια κι αγάπη.

Στη συνέχεια εμφανίστηκε μια Γυναίκα με δακρυσμένα μάτια, η εκπρόσωπος των μητέρων που είχαν χάσει τα παιδιά τους. Ήταν μπερδεμένη και απελπισμένη. Ο πόνος της απώλειας, το άγχος και η ανησυχία της για το τι είχε συμβεί στα παιδιά δεν την άφηναν να κοιμηθεί… Τίποτα δεν μπορούσε να την ηρεμήσει. Μόνο ένα μέρος της έδινε γαλήνη…

Η Δακρυσμένη μητέρα πλησίασε διστακτικά τη γυναίκα που εκπροσωπούσε την Αγάπη. Την αγάπη που παίρνει πολλές μορφές: γίνεται Μουσική, Αρμονία, Όραμα, Χορός, Χαρά, Ζωή. Η Αγάπη καθησύχασε την απελπισμένη Μητέρα ότι τα παιδιά ήταν καλά. «Εμένα ακολούθησαν στην πραγματικότητα! Ο Αυλητής ήταν απλώς ένας δίαυλος μέσω του οποίου εκδηλωνόμουν ως μουσική και ελπιδοφόρο όραμα.»

Η Αγάπη διαβεβαίωσε τη Μητέρα ότι στον Αυλητή δεν υπήρχε κακία, δόλος ή εκδικητικότητα. Δεν ήταν πονηρός ή διεφθαρμένος. Αντιθέτως, αποτέλεσε για τα παιδιά έμπνευση σε κάθε επίπεδο, αναπτύσσοντας το πνεύμα τους και βοηθώντας τα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να απελευθερώσουν το σώμα τους. Έγινε μια υπερβατική πύλη, ένας μυστικιστικός οδηγός που έβγαλε τα παιδιά από έναν σάπιο κόσμο. Τα παιδιά ακολούθησαν τον Αυλητή με προθυμία και χαρά. Ήταν ευτυχισμένα με τη δημιουργία της δικής τους ονειροχώρας…  με ρίζες γερές και κλαδιά που θα έφταναν σε ανατολή και δύση…

Η Μητέρα αναστέναξε βαριά και μετά χώθηκε στη ζεστή αγκαλιά της Αγάπης. Τα δάκρυά της στέγνωσαν. Το πένθος στην καρδιά της γλύκανε, μαλάκωσε κι έγινε νοσταλγία και μια γλυκόπικρη ανάμνηση. Ο πόνος έπαψε να την βαραίνει σαν πέτρα και έγινε σαν μια ελαφριά κουβέρτα. Άρχισε να γίνεται υποφερτός.

Ο Αυλητής παρακολουθούσε το σκηνικό και με αμηχανία άκουγε την Αγάπη να τον επαινεί. Δεν έβλεπε τον εαυτό του ως αγγελιοφόρο της, κι έτσι ένιωθε σαν η Αγάπη να υπερβάλλει ή να μιλάει για κάποιον άλλο. Χαμογέλασε ντροπαλά και κοντοστάθηκε με δισταγμό. Στη συνέχεια, όμως, γύρισε προς τη Δακρυσμένη Μητέρα και της είπε με συμπόνια: «Δεν ήθελα να κάνω κακό στα παιδιά. Ούτε να σου προκαλέσω πόνο. Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω». Ο Αυλητής και η Μητέρα κοιτάχτηκαν στα μάτια. Και όπως γλυκομυρίζει το γιασεμί μέσα στη σκοτεινή νύχτα, έτσι αναδύθηκε μεταξύ τους το άρωμα της κατανόησης και αποδοχής. Στο βάθος χοροπηδούσαν χαρούμενα παιδιά…

Επίλογος:

Αυτό που μας ενδιαφέρει σε μια αναπαράσταση δεν είναι να εκφράσουμε απόψεις, αλλά να αποκτήσουμε βιώματα. Εάν νιώσουν οι συμμετέχοντες την εσωτερική παρόρμηση, θα μπουν οι ίδιοι σε έναν ρόλο που θα τους φέρει σημαντικές συνειδητοποιήσεις. Τα συναισθήματα και οι λέξεις που εκφράζονται δίνουν συχνά απαντήσεις σε εσωτερικά ερωτήματα που μπορεί και να μην έχουν τεθεί δυνατά.

Στην αναπαράσταση κυριαρχούσε το πρόσωπο του Αυλητή. Είχε μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα και εξαιρετικές γνώσεις, τις οποίες είχε αποκτήσει όχι μέσω σπουδών, αλλά με προσεκτική παρατήρηση της φύσης και μέσω δικών του βιωμάτων. Η αξιοθαύμαστη ικανότητά του να επηρεάζει τους άλλους θα μπορούσε να τον καταστήσει επιδέξιο χειριστή και αδίστακτο εκδικητή. Είχε πολλούς λόγους, όπως τα  συσσωρευμένα συναισθήματα αδικίας από την απόρριψη, την προκατάληψη και την ταπείνωση, τον πόνο της ερωτικής απογοήτευσης… Αν δεν είχε αφυπνίσει τη συμπονετική, τρυφερή θηλυκή πλευρά του, θα μπορούσε να είχε προκαλέσει τεράστιες καταστροφές. Επειδή ήταν πολύ ισχυρός. Από πού πήγαζε αυτή η δύναμη; Από την απόλυτη αφοσίωσή του σε έναν στόχο, σε μια ιδέα: «Θα σε κάνω να με ακολουθήσεις, είτε είσαι ποντίκι είτε άνθρωπος». Ο Αυλητής θα μπορούσε εύκολα να γίνει πολιτικός ηγέτης, ένας δικτάτορας του οποίου η ιδεολογία θα στηρίζεται σε μη επεξεργασμένο συναίσθημα, στη σκιά του.

Η προσωπικότητα του Αυλητή είχε πολύ ενδιαφέρον, όμως ήταν τα παιδιά που μας προκάλεσαν τα πιο έντονα συναισθήματα. Πολύ περισσότερο από τον φόβο που τους προκαλούσαν τα επιθετικά ποντίκια και οι ασθένειες, τα παιδιά επηρεάστηκαν από το άγχος των γονιών τους. Οι γονείς καταβάλανε μεγάλες προσπάθειες να ανταποκριθούν στις ανάγκες της καθημερινότητας και δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν στα παιδιά τους τη συναισθηματική κάλυψη που είχαν ανάγκη. Έτσι τα αναστατωμένα παιδιά έψαχναν ένα χώρο που θα ένιωθαν ασφάλεια, αισιοδοξία και ελευθερία. Η φυγή ήταν αναπόφευκτη… Ακολούθησαν λοιπόν τον Αυλητή, ο οποίος στον πυρήνα του έκρυβε ακριβώς το ίδιο – ένα εγκαταλελειμμένο παιδί. Τα παιδιά έμοιαζαν και γι’ αυτό ταυτίστηκαν με τον πολύχρωμο γητευτή.  Ήταν η έμπνευση τους, η ελπίδα, το ζωντανό παράδειγμα ότι μπορείς να καταφέρεις να επιβιώσεις και ότι αξίζει να αγαπάς τη ζωή.

Κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης βρισκόμασταν με το ένα πόδι στο μεσαίωνα και με το άλλο στο παρόν. Αχ πόσο μοιάζουν τα πράγματα! Ακόμα και τώρα η στολισμένη σαπίλα δείχνει τόσο όμορφη! Οι σημερινοί «δήμαρχοι» είναι εξίσου αναξιόπιστοι, διπρόσωποι και γεμάτοι ρατσισμό. Και μέσα μας υπάρχει ένας αγώνας. Η τρυφερότητα καταπιέζεται και η επιθετικότητα επικρατεί, στη σκέψη, στο συναίσθημα και στην πράξη. Η σύγκρουση του εσωτερικού άντρα με την εσωτερική γυναίκα αντανακλάται στις εξωτερικές σχέσεις, στη χειραγώγηση και τον εκφοβισμό, στην αυξανόμενη ενδοοικογενειακή βία. Και όμως, μια γυναίκα ικανή να βοηθήσει τον άντρα να ξυπνήσει την ευαίσθητη θηλυκή του πλευρά έτσι ώστε να γίνει προστάτης αντί δυνάστης, τον θεραπεύει.. Αλλά αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με το σεβασμό και την αποδοχή του άντρα έτσι όπως είναι. Το να προβάλλουμε τις δικές μας ιδέες πάνω του και στη συνέχεια να τον κατηγορούμε ότι δεν είναι ο άνθρωπος που ονειρευτήκαμε, θα τον αγριέψει περισσότερο. Τότε θα επικεντρωθεί στον στόχο του, όποιος κι αν είναι αυτός, και θα τον κυνηγήσει  σκληρά…Όταν ένας άνθρωπος πιστεύει ακλόνητα σε μια ιδέα, βρίσκει μυστικούς δρόμους, περάσματα και μπορεί να βρεθεί ξαφνικά «από τη Γερμανία στην Τρανσυλβανία» ή σε οποιοδήποτε μέρος θεωρεί τη γη της επαγγελίας. 

Η εξαφάνιση των παιδιών έφερε στο μυαλό μου εικόνες της μετακίνησης παιδιών που έγινε στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Περισσότερα από 20 000 παιδιά ηλικίας 3 με 15 ετών έφυγαν από την Ελλάδα και μεγάλωσαν σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Από αυτά, 3.500 παιδιά βρίσκονταν στην τότε Τσεχοσλοβακία. Για πολλούς Έλληνες εκείνης την εποχής, η Σοβιετική Ένωση ήταν η γη της επαγγελίας. Ταυτόχρονα, πολλοί Τσέχοι και Σλοβάκοι κατέφευγαν στη Δύση, στις ΗΠΑ ή στην Αυστραλία. Η πραγματικότητα διαλύει πολλά ιδανικά όπως ο ήλιος και ο άνεμος διαλύουν την ομίχλη. Σήμερα, οι άνθρωποι από τις αναπτυσσόμενες χώρες βλέπουν την πλούσια Ευρώπη ως μια πολυπόθητη όαση αφθονίας και ειρήνης…

Όλοι έχουμε εντός μας τον Δήμαρχο, τον Αυλητή, το τρομαγμένο παιδί κι άλλες πτυχές. Κι ας είναι σε διαφορετικές αναλογίες στον καθένα. Αξίζει να θέσουμε στον εαυτό μας μερικές ερωτήσεις:  Έχω προδώσει την εμπιστοσύνη κάποιου ατόμου;  Σε ποιον παίζω μουσικούλα με σκοπό να τον κάνω να με ακολουθήσει; Σε ποιο βαθμό αναλαμβάνω την ευθύνη για τις ζωές άλλων ανθρώπων; Πώς μπορώ να αποφύγω τη χειραγώγηση; Ποιον εμπιστεύομαι αναμφισβήτητα και ακολουθώ πιστά το κάθε του βήμα; Και πού μας βγάζει το όραμά μας;

Η πανδημία έδειξε ότι τα προβλήματα της ανθρωπότητας γίνονται ολοένα και πιο παγκόσμια. Είμαστε ένα και η πατρίδα μας είναι ο πλανήτης γη. Δεν έχουμε που αλλού να πάμε… Καμία μετανάστευση δεν θα φέρει λύσεις και αρμονία, παρά μόνο το ταξίδι μέσα στο βάθος της ψυχής μας. Να βρούμε αυτό το εγκαταλελειμμένο, ξεχασμένο παιδί και να το αγκαλιάσουμε. Να το γεμίσουμε αγάπη σταθερή και δυνατή και ταυτόχρονα ζεστή και συμπονετική. Αγάπη ενός άντρα και μιας γυναίκας που δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αλλά συμπληρώνουν χαρούμενα ο ένας τον άλλον. Η μόνη γη της επαγγελίας βρίσκεται στη καρδιά μας.