Σε ψάχνω

Σε ψάχνω

Στις ξεθωριασμένες μου αναμνήσεις

Στο φως κρυμμένο πίσω από τις μακριές μου βλεφαρίδες

Στις ανακατεμένες απαλές μπούκλες

Στο αμήχανο χαμόγελο αποτυπωμένο σε μια παλιά φωτογραφία

 

Στο Μια φορά κι έναν καιρό

Στο  Ήταν και δεν ήταν

Ένα κοριτσάκι…

 

Σε ψάχνω

Κι εσύ παραμένεις κρυμμένη, αόρατη

Τόσο μικρή και όμως τόσο κυρίαρχη!

Πολύ ευαίσθητη και ταυτόχρονα πολύ πεισματάρα…

Δυνατή στην αδυναμία σου…

 

Σε νιώθω

Είσαι βουτηγμένη σε πόνο που σε ξεπερνάει

γιατί δεν είναι μόνο δικός σου.

Φορτώθηκες στους λεπτούς σου ώμους ξένη δυστυχία

Την οικειοποιήθηκες και την κουβαλάς γενναία και μάλλον άσκοπα.

 

Δεν ξέρω καν σε ποια γλώσσα να σου μιλήσω…

Σ=τη μητρική;

Στα ελληνικά που σου μιλούσε η μαμά, που η ίδια δε γνώριζε τη δική της μητρική γλώσσα;

Ή στη γλώσσα που ηχούσε παντού γύρω σου

και που σαν ιπτάμενο χαλί σε ταξίδευε σε παραμυθένιους κόσμους;

 

Εκεί ζούσες…

Περιπλανιόσουν σε πολύχρωμους τόπους της φαντασίας σου,

όπου η ομορφιά και η καλοσύνη θριαμβεύουν,

όπου οι εραστές ζουν ευτυχισμένοι για πάντα

όπου τα παιδιά ξανασμίγουν με τους χαμένους τους γονείς.

Ενώ η παρούσα στιγμή πέρναγε χωρίς να την αντιληφθείς…

Κι έτσι δε μπορούσε να σου προσφέρει χαρά

Τη δική σου χαρά

Την εμπειρία ευχαρίστησης

γι’ αυτό που συμβαίνει στη δική σου ζωή

γι’ αυτό που εσύ η ίδια είσαι…

 

Μα ποια είσαι;

Μια σκιά όσων θυμάμαι;

Μια εικόνα στηριγμένη στο πώς με έβλεπαν οι γονείς και την οποία ενστερνίστηκα;

Μήπως το αποτύπωμα της άποψης που είχαν για μένα τα μεγαλύτερα μου αδέλφια;

Η μικρή,

χαριτωμένη,

γκρινιάρα,

μελαγχολική,

ενοχλητική.

Ένα κλαψιάρικο νιάνιαρο με το οποίο ούτε να παίξεις  δε μπορείς

Μια ανασφαλής μικρούλα,

ευάλωτη

και τόσο διψασμένη για λίγη αποδοχή…

Σε βλέπω να κρύβεις καραμέλες κάτω από το μαξιλάρι σου,

για να τις μοιράσεις στα αδέρφια σου όταν τελειώσουν οι δικές τους.

 

Τον αδερφό τον κοιτάς με θαυμασμό, είναι πολύ μεγαλύτερος και ξέρει τα πάντα.

Και όμως, δεν ξέρει πόσο πολύ τον αγαπάς.

Και η αδερφή; Είναι τόσο όμορφη!

Πάντα ένα χρόνο ομορφότερη από εσένα!

Δεν σε πειράζει ότι φοράς τα ρούχα που δεν της κάνουν πια

Έτσι κι αλλιώς λαχταράς να της μοιάσεις.

Αλλά εκείνη ελάχιστα νοιάζεται…

 

Να πω την αλήθεια – σχεδόν δε σε θυμάμαι!

Έχει περάσει τόσος καιρός!

Έγινα ένα εντελώς  διαφορετικό άτομο.

Αλλά μερικές φορές μιλάς μέσα από μένα,

Με πλημμυρίζεις με τα συναισθήματά σου

Μου σφίγγεις το λαιμό και φέρνεις δάκρυα στα μάτια μου

Και τότε ξεχνάω όλα τα λογικά επιχειρήματα

με τα οποία θα μπορούσα να υπερασπιστώ.

 

Είσαι πολύ δύσκολη ώρες ώρες!

Δε μου λες τι θέλεις…

Φοβάσαι.

Πιστεύεις ότι δεν έχεις δικαίωμα να ζητάς

Να επιθυμείς…

Σιωπάς! Δε βγάζεις λέξη…

Πώς μπορώ να σε παρηγορήσω;

Πώς να σε θεραπεύσω όταν δε μου μιλάς;

Είσαι ίδια ακριβώς με τη μητέρα!

Χαμένη στις σκέψεις σου: στεναχωριέσαι  βουβά ή σιγομουρμουρίζοντας.

Έχεις απαγορεύσει στον εαυτό σου να θυμώνεις κι έτσι μετέτρεψες το θυμό σε πόνο.

 

Σε ψάχνω,

Γιατί θέλω να σου πω ότι υπάρχει και άλλος τρόπος.

Δε χρειάζεται πρώτα να σώσεις τη μαμά για να μπορέσεις να είσαι ευτυχισμένη!

Δε χρειάζεται να αισθάνεσαι τόσο εγκαταλελειμμένη και παρεξηγημένη επειδή διστάζεις να μοιραστείς τα συναισθήματά σου μαζί μου.

Δε χρειάζεται να είσαι τόσο καλή και να βοηθάς τους πάντες.

Ένα παιδί είσαι…

Στην πραγματικότητα δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα απολύτως!

Μπορείς απλά να είσαι.

Να είσαι…

Όπως θέλεις.

 

Ευαίσθητη,

ελεύθερη,

σγουρομάλλα,

θυμωμένη,

χαρούμενη,

ευγενική,

ιδιότροπη,

χαλαρή,

φιλόδοξη,

ονειροπόλα,

δοτική,

παιχνιδιάρα,

να χορεύεις και να τραγουδάς,

να αγαπιέσαι και να αγαπάς.

Όπως εσύ θέλεις.