Αόρατο Παιδάκι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας καλός άνθρωπος. Ήταν υπεύθυνος κι εργατικός στη δουλειά του, ήταν καλός νοικοκύρης και συντηρούσε το σπίτι του με τάξη, φρόντιζε με αγάπη και τον εξωτερικό χώρο, καθάριζε την αυλή του, πότιζε τα φυτά και το γρασίδι. Πλήρωνε τακτικά όλους τους λογαριασμούς, ήταν προσεκτικός στην οδήγηση και φρόντιζε να περνάει το αμάξι του από το ΚΤΕΟ. Ήταν ευγενικός με τους γείτονες και τρυφερός με τη σκυλίτσα του και το γάτο του. Πρόσεχε πολύ τη διατροφή του, δεν κάπνιζε, δεν έτρωγε πολλά γλυκά και κρέατα και σχεδόν δεν έπινε αλκοόλ. Πήγαινε στο γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα και κάθε μέρα διάβαζε την εφημερίδα του.

Ο άνθρωπός μας αγαπούσε να πηγαίνει βόλτα. Το βραδάκι, μετά τη δουλειά, απολάμβανε να περπατάει στα σοκάκια της πόλης ή στα περιβόλια και τους ελαιώνες.

Ένα βράδυ, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, καθώς περπατούσε σε ένα πάρκο με πανέμορφα γέρικα δέντρα, ακούει ξαφνικά μια λεπτή φωνούλα, ένα πολύ σιγανό και ταυτόχρονα γοερό παιδικό κλάμα. Του φάνηκε τόσο οικείο μα και τόσο άγνωστο που κοντοστάθηκε γεμάτος απορία και με μια αόριστη αίσθηση ταραχής. Άρχισε να σουρουπώνει, αλλά ο άνθρωπός μας αποφάσισε να ακολουθήσει τη φωνούλα μέχρι που έφτασε σε μια παιδική χαρά. Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει, αλλά δεν είδε κανέναν. Ούτε ενήλικα, ούτε παιδί! Κοίταξε κάτω απ’ τη τραμπάλα, γύρω από τις κούνιες, έριξε μια ματιά και στο μύλο, αλλά κανείς πουθενά! Ωστόσο η φωνούλα ακόμα ακουγόταν, λίγο πιο σιγανή, αλλά ακόμα πολύ λυπημένη. Τελικά έπεσε η ματιά του σε ένα καλυβάκι, έμοιαζε με σκυλόσπιτο, ένα τέλειο καταφύγιο-φωλίτσα, που τα παιδιά λατρεύουν να χώνονται μέσα όταν παίζουνε κρυφτό. Πήγε πιο κοντά και προσεκτικά έσκυψε για να δει μέσα. Τι περίεργο!; Άκουγε τη φωνούλα, αλλά δεν έβλεπε τίποτα.

«Έι!», είπε ψιθυριστά. «Είναι κανείς εκεί;»     Σιωπή ακολούθησε ως απάντηση. Ο άνθρωπος σκέφτηκε πως μάλλον θα είχε παραισθήσεις. Ποιος ξέρει τι άκουσε; Μήπως ήταν το θρόισμα φύλλων στα κλαριά; Μήπως το αεράκι; Και έκανε να σηκωθεί για να φύγει. Εκείνη τη στιγμή όμως ξανακούστηκε ένας λυγμός. Ο άνθρωπός μας τρόμαξε!

«Τι είναι αυτό τώρα;!» αναρωτήθηκε με σφιγμένη την καρδιά.

«Θα ξαναπιστέψω στα φαντάσματα, κοτζάμ άντρας;!» ήταν η αμέσως επόμενη σκέψη του και, καθώς ήταν περίεργος και πονόψυχος ταυτόχρονα, έσκυψε στο άνοιγμα ακόμη μια φορά. Και πάλι δεν είδε τίποτα. Άπλωσε το χέρι του κι ένιωσε ένα κύμα ενέργειας. Κάτι ζεστό και πολύ ευαίσθητο ήταν μέσα στο σπιτάκι! Μόλις το άγγιξε, το κλάμα σταμάτησε και ο άνθρωπος ένιωσε μια έντονη συγκίνηση. Γονάτισε και με τα δυο του χέρια πολύ προσεκτικά έπιασε αυτό το απαλό, ευάλωτο, αόρατο πλασματάκι. Σαν μια σκιά που δε φαίνεται, ένα φως που τρεμοπαίζει χωρίς μορφή, σαν ζεστό αεράκι που δεν μπορείς να το πιάσεις, έτσι το ένιωσε στην αγκαλιά του. Η καρδιά του γέμισε με συγκίνηση και η ψυχή του με τρυφερή γαλήνη, όταν ένιωσε δύο απαλά χεράκια να γαντζώνονται πάνω του.

Σαν σε ένα όνειρο επέστρεψε σπίτι και κατάλαβε πως το παιδάκι είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του. Το ακούμπησε προσεκτικά στο κρεβάτι του και το σκέπασε με στοργή. Ο ίδιος δεν είχε ύπνο εκείνη τη νύχτα. Έκατσε στην πολυθρόνα, έκλεισε τα μάτια του και ξαφνικά ήρθαν εικόνες από το παρελθόν στο μυαλό του.

Είδε τον εαυτό του να τρέχει στην αγκαλιά της μαμάς, αλλά εκείνη μετά από λίγο τον κατέβασε κάτω, γιατί έπρεπε να φύγει, να πάει στη δουλειά της. Είδε τον εαυτό του μικρούλη να κάθεται μόνος του στο βρεφικό σταθμό, να παρατηρεί τα παιδιά χωρίς διάθεση να παίξει. Ένιωσε την καρδιά του να πονάει και ξαλάφρωσε μόνο όταν κύλησαν μερικά ζεστά δάκρυα στα μάγουλά του. Φαντάστηκε πως παίρνει το μωρό αυτό αγκαλιά κι εκεί τον πήρε ο ύπνος.

Το πρωί ξύπνησε πιστεύοντας πως όλα αυτά ήταν απλά ένα όνειρο, αλλά σάστισε από την έκπληξη λίγα λεπτά μετά, όταν έπεσε η ματιά του στο κρεβάτι του και είδε δύο μικρά τρυφερά πατουσάκια να βγαίνουν κάτω από την κουβέρτα και δύο μικρά χεράκια δίπλα στο μαξιλάρι. Τίποτα άλλο!!! Άνοιξε τα μάτια του και τα ξανάκλεισε πολλές φορές, αλλά η εικόνα ήταν πάντα η ίδια:  Ένα τίποτα με μικρά χεράκια και ποδαράκια κοιμόταν ήσυχα στο κρεβάτι του!

Ετοίμασε πρωινό, ζέστανε λίγο γάλα, έβγαλε μερικά μπισκότα και μετά έφυγε για τη δουλειά του. Μία σκεφτόταν το αόρατο παιδάκι, μία τη μαμά του. Την πήρε τηλέφωνο για να δει πώς είναι από υγεία και πώς περνάει. Είχε μήνες να το κάνει. Η μάνα του χάρηκε πολύ και ο ίδιος ένιωσε μια ζεστασιά και γύρισε σπίτι χαρούμενος. Το βρήκε λίγο ακατάστατο, ασυνήθιστη εικόνα. Από μικρός έμαθε να τακτοποιεί τα πράγματά του, γιατί ο πατέρας του, αξιωματικός, ήταν πολύ αυστηρός και απόλυτος. Καθώς μάζευε τα πράγματα και καθάριζε το σπίτι, σκεφτόταν τον μπαμπά του. Όταν έβαλε το παιδάκι για ύπνο κι έκατσε στην πολυθρόνα του, άρχισαν να αναδύονται εικόνες.

Σπάνια άκουγε τον πατέρα του να τον επαινεί, αλλά συχνά έτρωγε ξύλο. Έμαθε να είναι πειθαρχημένος, να συγκρατεί τα συναισθήματά του και ποτέ να μην κλαίει. Ακόμη κι εκείνη τη φορά που έπεσε από το ποδήλατο, παρά το τεράστιο καρούμπαλο, δεν έκλαψε καθόλου! Και μετά συνειδητοποίησε πως ο πατέρας του ήταν εκείνος που για ώρες έτρεχε πίσω από το ποδήλατο, κρατώντας τη σέλα, μέχρι ο μικρός του γιος να μάθει την ισορροπία. Και θυμήθηκε το βλέμμα του πατέρα, γεμάτο περηφάνια και καμάρι, όταν τα κατάφερε. Η μια εικόνα διαδεχόταν την άλλη, μέχρι που τον βρήκε ο ύπνος, με την καρδιά του γεμάτη γαλήνη και αγάπη.

Το πρωί όταν ξύπνησε, αμέσως έτρεξε προς το κρεβάτι. Δύο μπρατσάκια και δύο ποδαράκια με λεπτές γάμπες φαίνονταν ανάμεσα στα τσαλακωμένα σκεπάσματα. Η αναπνοή του μικρού ήτανε ήρεμη, κοιμότανε βαθιά. Ο άνθρωπός μας άφησε το πρωινό στο τραπέζι κι έκλεισε σιγά την πόρτα, για να μην τον ξυπνήσει.

Στη δουλειά του σκεφτόταν τον πατέρα του και, μόλις σχόλασε, πήγε στο νεκροταφείο και άφησε στο μνήμα του ένα λουλούδι. Ο πατέρας του αγαπούσε τα λουλούδια, ειδικά τα τριαντάφυλλα. Γυρίζοντας σπίτι αγόρασε μια τριανταφυλλιά και την φύτεψε στον κήπο.

Βρήκε το παιδάκι παρέα με το γάτο. Είδε τα δυο χεράκια να χαϊδεύουν τη χνουδωτή κοιλιά του γάτου και άκουσε το σιγανό γουργουρητό ευχαρίστησης του ζώου μαζί με μια παιδική φωνούλα λίγο ντροπαλή και λίγο χαρούμενη. Έκατσαν εκεί μέχρι που ήρθε η ώρα να το βάλει για ύπνο. Μετά ανέβηκε στο πατάρι και έψαξε στα παλιά μπαούλα μέχρι που την βρήκε, μια κούτα γεμάτη αυτοκινητάκια και παλιά κόμικς. Κοίταζε ένα-ένα τα παιχνίδια και τον πλημμύρισαν οι αναμνήσεις. Είδε τον εαυτό του παιδί να παίζει κυνηγητό και κρυφτό με τα παιδιά της γειτονιάς, να ανταλλάσει αυτοκινητάκια με τον κολλητό του. Αχ τι όμορφα που περνούσαν, τι φιλία ήταν αυτή! Περισσότερο από αδέρφια ένιωθαν, έδωσαν όρκο ο ένας να στηρίζει τον άλλο και να μην έχουν κανένα μυστικό μεταξύ τους. «Πού να’ ναι άραγε τώρα το φιλαράκι μου; Χρόνια πια έχω να τον ακούσω, το κολλητικό του γέλιο και τα πειραχτικά του σχόλια! Χαθήκαμε όταν πήγαμε για σπουδές.» Και η αίσθηση της μοναξιάς τον τσίμπησε στην καρδιά σαν βελόνα. Θυμήθηκε κι άλλες φορές που ένιωσε έτσι. Το φόβο που τον κυρίευε στην παιδική και εφηβική του ηλικία κάθε φορά που άλλαζε περιβάλλον. Πόσο ανασφαλής και ευάλωτος ένιωθε μέχρι να προσαρμοστεί! Και τότε τον έλουσε ένα κύμα αγάπης και συμπόνιας προς τον παιδικό του εαυτό και γέμισε τις εικόνες με αγάπη και φως. Εκεί τον πήρε ο ύπνος.

Κι έτσι περνούσανε οι μέρες με αναμνήσεις και συγκινήσεις. Θυμήθηκε την πρώτη του αγάπη, τον έρωτα που τον είχε συνεπάρει. Αχ πόσο όμορφη και γλυκιά ήταν! Η μορφή της είχε γεμίσει την κάθε του σκέψη και είχε κάνει πολλά όνειρα για την κοινή τους ζωή. Mετά ακολούθησε το συναίσθημα της προδοσίας και της ανεπάρκειας, όταν ξεπρόβαλε η εικόνα του χωρισμού. Μα, όπως και πριν, μόλις επέτρεπε να εκφραστούν όλα όσα ήταν καταπιεσμένα και απωθημένα, η απογοήτευση, η στενοχώρια και η οργή, κάτι μέσα του έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και η καρδιά του γαλήνευε. Με τον καιρό όλο και περισσότερο καταλάβαινε το βαθύτερο νόημα της κάθε του εμπειρίας και σχέσης. Ξαναβίωνε την αγάπη, την αναγνώριζε και της έδινε χώρο μέσα του. Και κάθε πρωί έβρισκε το παιδάκι να παίρνει μορφή και να γίνεται πιο χαρούμενο.

Ένα βράδυ παρατηρούσε το κορμάκι του μικρού, τα χέρια και τα πόδια του, και θαύμασε την ομορφιά τους και τον τέλειο τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν. Αναλογίστηκε πόσες φορές έκρινε άδικα τον εαυτό του, πόσο ανεπαρκές έβρισκε το σώμα του, όταν δεν ήταν ευχαριστημένος με το ύψος του ή με τον όγκο των μυών του που με τόση προσπάθεια έφτιαχνε στο γυμναστήριο. Τότε συνειδητοποίησε πόσο αποτελεσματικά, ακούραστα και αφοσιωμένα προσπαθούσε το σώμα του να τον στηρίξει σε κάθε του δραστηριότητα και να προσαρμοστεί σε όποιες συνθήκες βρισκόταν. Έκανε πάντα ό,τι καλύτερο μπορούσε! Τη στιγμή εκείνη που αναγνώρισε και αγάπησε κάθε κύτταρό του ήταν σα να ξεχύθηκε ζεστό, αστραφτερό φως παντού μέσα του. Ένιωσε το σώμα του χαλαρό, όμορφο και τέλειο.

Στη δουλειά χαμογέλασε στους συναδέλφους, που παρατήρησαν πως έχει κάπως γλυκάνει η έκφρασή του, και επιστρέφοντας σπίτι αγόρασε μια τούρτα παγωτό. Την φάγανε μαζί με το παιδάκι, το οποίο ήτανε πια σχεδόν διαμορφωμένο, μόνο το πρόσωπό του ήταν λίγο θολό.  Ο άνθρωπός μας αποφάσισε να το πάρει μια βόλτα. Καθώς περπατούσανε έξω, απολάμβανε τη χαρά του μικρού, αντιλαμβανόταν την ανασφάλεια και το φόβο του όταν περνούσαν από επικίνδυνα σημεία και συγκινήθηκε με το δέος που βίωνε το παιδί βλέποντας τα μικρά καθημερινά θαύματα της ζωής. Ήτανε πολύ καλά μαζί οι δυο τους. Γυρίζοντας σπίτι συνάντησαν μια γειτόνισσα και τότε ο άνθρωπος διαπίστωσε ότι μόνο εκείνος βλέπει το παιδάκι, για όλους τους άλλους ήταν αόρατο. Το έβαλε στο κρεβάτι, του χάιδεψε τρυφερά το μέτωπο και μετά πάλι έκατσε στην πολυθρόνα του.

Σαν να διαλυότανε μια μάσκα πάνω στο πρόσωπό του, το οποίο ήταν πάντα ευγενικό, σοβαρό, αλλά ουσιαστικά ανέκφραστο. Αντιλήφθηκε κάθε απόχρωση των ξεχασμένων του συναισθημάτων, συνδέθηκε με την αλήθεια της κάθε του πτυχής, έτσι όπως την βίωνε τη συγκεκριμένη στιγμή. Για κάμποση ώρα παρατηρούσε τα μάτια του στον καθρέφτη, πώς άλλαζε η έκφρασή τους, μέχρι που πολύ αυθόρμητα και ειλικρινά ψιθύρισε στον εαυτό του: «Σ’ αγαπώ και σε αποδέχομαι!»

Την άλλη μέρα πήρε τηλέφωνο στο γραφείο, για να πει πως θα πάρει μια μέρα άδεια. Το πρόσωπο του παιδιού φαινόταν ξεκάθαρα, ήταν λαμπερό, παιχνιδιάρικο και γεμάτο διάθεση. Εκείνη την ημέρα πέρασαν πολύ ωραία, έκαναν όλα αυτά που για χρόνια επιθυμούσε ο άνθρωπος να κάνει, αλλά δεν έβρισκε χρόνο ή τα θεωρούσε πια ακατάλληλα για την ηλικία και την κοινωνική του θέση. Πήρε τηλέφωνο τον παλιό του φίλο και κανόνισαν να πάνε την Κυριακή για ψάρεμα. Έβγαλε από την αποθήκη την κιθάρα του και έπαιξε παλιά ροκ κομμάτια, τα οποία ο μικρός απόλαυσε δεόντως, καθώς βαρούσε με ξύλινες κουτάλες μια κατσαρόλα κρατώντας το ρυθμό. Φάγανε ό,τι τραβούσε η όρεξή τους και μετά χαζέψανε τα παλιά κόμικς γελώντας. Έκαναν τρελά όνειρα για μακρινά ταξίδια. Χάθηκαν στο χρόνο, αλλά κάποια στιγμή έφτασε το βραδάκι και η ώρα του ύπνου. Ο άνθρωπος χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα μαζί με το παιδάκι και κοιμηθήκανε αγκαλίτσα.

Το πρωί ο ήλιος γαργάλισε με τις ηλιαχτίδες του τον άνθρωπο και τον ξύπνησε. Κοιτάζει γύρω του και βλέπει πως είναι μόνος. Κοιτάζει μέσα του και βλέπει πως είναι πλήρης. Ο μικρούλης ήταν εκεί, μέσα του, στην καρδιά του, με όλη τη διάθεση για ζωή, την ευαισθησία, τη χαρά, το δέος, την ανασφάλεια αλλά και την εμπιστοσύνη. Ένιωθαν ο ένας τον άλλον και ήτανε πολύ καλά και οι δυό τους.

Ο άνθρωπος ντύθηκε με όρεξη, έφαγε με όρεξη και μετά πήγε με όρεξη στη δουλειά του. Ένιωθε ζωντανός.

Καλλιόπη Άνθη