Η Αταλάντη

Η ιστορία της Αταλάντης είναι αρχαία… Είναι τόσο παλιά που δεν ξέρουμε καν με ακρίβεια το όνομα του πατέρα της, του βασιλιά που πρόσταξε να την εγκαταλείψουν στο βουνό. Ωστόσο, η Αταλάντη είναι ζωντανή. Την συναντάμε στις ψυχές πολλών γυναικών. Τρέχει γρήγορα σαν τον άνεμο και προσπερνά τον χρόνο. Ανταγωνίζεται τους άντρες και πάντα κερδίζει. Δε θέλει τη δέσμευση. Την ελευθερία αγαπά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Ποιος ξέρει τι θα συνέβαινε αν ο ένδοξος μνηστήρας της δεν είχε καταφύγει σε ένα τέχνασμα; Αν χάρη στη βοήθεια της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα, δεν είχε επιβραδύνει το άγριο τρέξιμο της Αταλάντης, την ​​ανυπότακτη πορεία της ζωής της…;

Ποιος ξέρει αν τα χρυσά μήλα είναι απλώς άψυχα πολύτιμα στολίδια ή πραγματικοί ζωντανοί καρποί της αγάπης…;

Και ποιος ξέρει αν ο σύντροφος της Αταλάντης νίκησε ή έχασε κερδίζοντας στον αγώνα τους;

Προτού βυθιστείτε στην ανάγνωση της αναπαράστασης, διαβάσετε το μύθο της Αταλάντης (κάντε κλικ στο κουμπί Ανάγνωση παραμυθιού). Ή μπορείτε να με ακούσετε να τον διηγούμαι (κάντε κλικ στο κουμπί Αφήγηση παραμυθιού). Επίσης, ακούστε το τραγούδι της Αταλάντης, πατώντας το κουμπί Προβολή βίντεο.

  1. αναπαράσταση – Φεβρουάριος 2021     «Όχι, δεν θα υποταχθώ!»

«Εγώ φταίω για όλα!» μουρμουρίζει με πίκρα  ο Βασιλιάς. Στη φωνή του όμως περισσότερο από ενοχές με την έννοια της ανάληψης της ευθύνης ακούγεται ένας αμέτρητος εγωκεντρισμός. Τώρα, που η κόρη του έγινε λέαινα και εξαφανίστηκε στα δάση, ο Βασιλιάς θρηνεί ότι για άλλη μια φορά χάθηκε η ελπίδα του να αποκτήσει απόγονο. Θυμάται τα παλιά και αρχίζει να θυμώνει με τους υπηρέτες του: «Ήταν μια στιγμιαία παράνοια, εξοργίστηκα πως δεν γεννήθηκε γιος. Ένιωθα σαν το αγόρι να ήταν δικό μου παιδί, ενώ η κόρη της γυναίκας μου…» Και συνεχίζει να παραλογίζεται γεμάτος νεύρα: «Γιατί με άκουσαν και πήγαν το μωρό στο βουνό; Τι κατάρα είναι αυτή, να υπακούνε την κάθε βλακώδη μου εντολή!»

«Πάντα οι άλλοι φταίνε!» τον αγριοκοίταξε η Βασίλισσα. «Μ’ ενοχλεί ότι συνέχεια προσπαθείς να τραβάς την προσοχή πάνω σου!»

Ο Βασιλιάς συνεχίζει το παράπονο: «Για δεύτερη φορά χάνω τον διάδοχο, δε θα διαιωνιστώ… Σαν εγγονός θα έπαιρνε το δικό μου όνομα! Και θα με θυμόταν ο κόσμος… Τώρα κανένας δε με σέβεται, οι υπήκοοι με κοροϊδεύουν και με κατηγορούν …» Κλαίγεται ότι έζησε 15 χρόνια στη μαυρίλα. Άλλο παιδί δεν έκαναν…

«Δε σε άφησα να με ακουμπήσεις!» λέει αυστηρά η Βασίλισσα.  «Μετά την αρπαγή της μικρής τρελάθηκα. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο ομίχλη.»

Η Αταλάντη κατηγορεί τη μάνα, ότι το επέτρεψε. Όμως ο Βασιλιάς υπερασπίζεται τη βασίλισσα λέγοντας ότι πρόσταξε να πάρουν το παιδί χωρίς να το ξέρει, ενώ κοιμόταν εξαντλημένη μετά τη γέννα. Η κοπέλα κοιτάζει απογοητευμένη τους γονείς της: «Ένας πατέρας που απορρίπτει το παιδί του γιατί δεν είναι γιος. Μία μάνα που δε μπορεί να κάνει τίποτα…»

Ξαφνικά εισπράττει μια ζεστή ματιά από το Βουνό της Αρκαδίας, γεμάτο δροσιά και ενέργεια. «Λειτούργησα σαν θετός πατέρας. Σε έθρεφα, σε προστάτευα. Είμαι η ζωή, ο καθένας μπορεί μέσα μου να κάνει ότι θέλει, να είναι ελεύθερος να ευτυχήσει ή να στεναχωριέται.»

«Μεγάλωσα μια χαρά, αυτόνομη και δυνατή.» απαντάει με χαμόγελο η Αταλάντη. «Όταν γύρισα στο παλάτι ξεκίνησαν οι πιέσεις, η απαίτηση να παντρευτώ. Οι κοινωνικές συμβάσεις. Κι εγώ μέσα από τους άντρες που σκότωνα, εκτελούσα τον πατέρα που με απέρριψε. Ποτέ δε θα δεχόμουν να με υποτάξει ένας άντρας! Τα χρυσά μήλα μου μοιάζουν με χρυσό κλουβί…»

«Είχες δύο σπίτια, το παλάτι και το καταφύγιο του βουνού. Στο παλάτι μου ποτέ δε θα ήσουν τόσο ελεύθερη όσο στο βουνό. Υπήρχαν πολλοί κανόνες, δικοί μου κανόνες!» παραδέχεται ο Βασιλιάς.

Εμφανίζεται ο Μελανίων-Ιππομένης, ο σύντροφος της Αταλάντης. Δείχνει κουρασμένος και απογοητευμένος . «Δεν έγινα ποτέ λιοντάρι…!» λέει.  «Δε νιώθω σύνδεση με την Αταλάντη, μόνο με το Βουνό. Έχω μεγάλη μοναξιά.» Γυρίζει προς την Αταλάντη με παράπονο: «Νιώθω αδικημένος, με εκμεταλλεύτηκες. Σε είχα ερωτευτεί, σε είχα αγαπήσει…» Μοιάζει ότι η Αταλάντη τον έχει εγκαταλείψει.

Το Βουνό τον μαλώνει: «Δεν το δέχομαι από σένα, δεν σε έχω μεγαλώσει με  τέτοιες αξίες!. Έκανες τόσα για να την κατακτήσεις, χρησιμοποίησες κόλπα! Γιατί δεν υποστηρίζεις τις επιλογές σου; Ήξερες από την αρχή την ιστορία της, ποια είναι… Να είσαι έντιμος με τον εαυτό σου και να μην κλαίγεσαι!» Ο Μελανίων-Ιππομένης  κοιτάζει χάμω σιωπηλός.

Ο Βασιλιάς  παρατηρεί τον γαμπρό του. «Φαίνεται ότι σέβεσαι τις γυναίκες, μιας και πήγες να προσκυνήσεις την Αφροδίτη. Εγώ δεν θα το έκανα ποτέ!» λέει με στόμφο.

«Εσύ ήσουν ηγέτης, ο ρόλος σου ήταν να κατευθύνεις έναν λαό.»  αναφέρει το Βουνό. «Ενώ εκείνος είχε άλλο ρόλο, πήγε να κατακτήσει μια γυναίκα.»

Η Αταλάντη γυρίζει προς τον Μελανίωνα-Ιππομένη  «Ήταν  δώρο για μένα ότι καταφέραμε να ζήσουμε μαζί με αγάπη.»

«Δεν ξέρεις τι σημαίνει αγάπη!» επεμβαίνει το Βουνό.  «Έρωτας υπήρχε. Αυτό ένιωσες.»

Η νεαρή κυνηγός δεν είχε μάθει από αγκαλιές και επικοινωνία, μιας και μεγάλωσε με μια αρκούδα. Ίσως και να ένιωθε αγάπη, αλλά δεν έμαθε να την εκδηλώνει με ανθρώπινο τρόπο.

Ο εγωκεντρικός Βασιλιάς πάλι στρέφει την προσοχή πάνω του: «Είμαι τόσο γεμάτος ενοχές και προκαταλήψεις! Δεν κατάφερα να έχω επικοινωνία ούτε με τη σύζυγο, ούτε με την κόρη. Συνεχίζω να την απορρίπτω χωρίς να το καταλαβαίνω! Δεν είχα συνειδητοποιήσει τον θυμό της απέναντί μου. Και ότι ξεσπάει σε άλλους άντρες.» Και μετά ρωτάει την Αταλάντη θεατρινίστικα: «Γιατί δε με σκότωσες; Είσαι τόσο καλή πολεμίστρια!»

«Δεν νιώθω τίποτα απέναντί σου!» του απαντάει η Αταλάντη αδιάφορα. «Η επιλογή σου να με στείλεις στο βουνό απλά προσδιόρισε το δρόμο μου. Ήμουν καλύτερα εκεί απ΄ ότι θα ήμουν στο παλάτι σου.»

«Μα το μετάνιωσα!» σκούζει ο Βασιλιάς.

«Δεν το ακούω… Δε με αφορά.» λέει η Αταλάντη ψυχρά.

«Με αγαπάς;» τη ρωτάει ο Βασιλιάς.

«Όχι.»

«Κανένας δεν έχει λόγο να σ’ αγαπάει!» πετάγεται η Βασίλισσα.  Και συνεχίζει προς την Αταλάντη: «Κι εμένα μου φαίνεσαι τελείως ξένη, δεν σε αναγνωρίζω…» λέει με θλίψη. «Δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ μας.» Και τα μάτια της σκοτεινιάζουν.

«Απορώ πως κατάφερες να έρθει αυτό το αγριοκόριτσο στο παλάτι…» αναρωτιέται το Βουνό. «Με τη βία την έφερες; Ή είχε χαραγμένες από αιώνες τις ανθρώπινες εντολές στο μυαλό της;»

«Η αναζήτηση ήρθε μόνη της, ήθελα να δω από πού κατάγομαι, αναζητούσα τη ρίζα μου.» απαντάει η Αταλάντη. «Αλλά δεν με κρατάει η πόλη, έχω ανάγκη την ελευθερία του βουνού. Με τους γονείς ποτέ δεν ήρθαμε κοντά. Το συναίσθημα στο παλάτι είναι παγωμένο.»

Κι όντως: Ο βασιλιάς είναι πολύ εγωκεντρικός και απόλυτος, μονίμως απασχολημένος με τον εαυτό του και τις ανάγκες του. Η βασίλισσα καταπίεσε όλα τις τα άγρια συναισθήματα οργής, πόνου και απελπισίας, αλλιώς θα σκότωνε τον σύζυγό της. Επίσης, αφοπλίστηκε με τη γρήγορη στροφή στη συμπεριφορά του βασιλιά όταν αμέσως την επόμενη μέρα μετάνιωσε για την εντολή που είχε δώσει και πρόσταξε τους υπηρέτες να ψάξουν για το παιδί. Θρηνούσε, ούρλιαζε, έκλαιγε… Η δυστυχία του ήταν πάντα πιο έντονη. Πάντα τράβαγε όλη την προσοχή πάνω του. Τι άλλο μπορούσε να προσθέσει η βασίλισσα στους οδυρμούς και αυτοκατηγορίες του; Τρελάθηκε για να μην νιώθει τίποτα…

Ο Βασιλιάς  παρατηρεί την Αταλάντη λέγοντας ότι η κόρη του λειτουργούσε ως άντρας, μέχρι να δει τα μήλα. Της ξύπνησαν τη θηλυκή της πλευρά, τον θαυμασμό για τα όμορφα πράγματα. Μέχρι τότε μόνο κυνηγούσε, δοκίμαζε τις δυνάμεις τις μέσα από κυνήγι και αγώνες. Για το μήλο λοξοδρόμησε η Αταλάντη… Της χαμογελάει: «Το όνομά σου σημαίνει αυτή που δεν υπομένει, δεν υποχωρεί εύκολα, μάχεται. Αυτή που δεν ταλαντεύεται.»

«Ή μήπως σημαίνει ότι δεν έχω ταλέντα;» εκφράζει η Αταλάντη μια σύντομη φευγαλέα απορία.

«Σιγά που δεν έχεις ταλέντα!!! Είσαι πολυταλαντούχα, πως αλλιώς αφού κόρη μου είσαι!!! αναφωνεί ο Βασιλιάς. «Νομίζω πως το έκανες για μένα, κατάλαβες πως ήθελα γιο και γι’ αυτό συμπεριφερόσουν σαν άντρας, πρώτη και καλύτερη στο κυνήγι και στο τρέξιμο.» Και συνεχίζει να περιαυτολογεί: «Μου είναι πολύ σημαντικό να με θαυμάζουν και να με επικροτούν όλοι. Νομίζω ότι η αρχική μου παράνοια είχε να κάνει με τον φόβο μην με κοροϊδέψουν ότι έχω κόρη κι όχι γιο.»

Η Αταλάντη αρχίζει να θυμώνει. «Με διαλύει ο ναρκισσισμός σου και η κατάσταση της μάνας, που έχει παραδοθεί τελείως, έχασε την ψυχή της.» λέει με αποδοκιμασία.

Το Βουνό αναρωτιέται αν ο Δίας πραγματικά θύμωσε τόσο πολύ με το ζευγάρι εραστών ή μήπως απλά τους επανέφερε στην κατάσταση που τους ταίριαζε καλύτερα, στο άγριο ένστικτο, στην ελευθερία του βουνού. «Δεν τους έκανε δυο σκουλήκια, αλλά δυο λιοντάρια! Παρέμειναν βασιλιάδες …»

Ακούγεται μια άποψη ότι στο ναό του Δία οι δυο νεαροί συνειδητοποίησαν πως δεν είναι φτιαγμένοι να προσκυνάνε και να υπακούν ούτε στους βασιλιάδες, μα ούτε και στους θεούς. Κι έτσι το έσκασαν. Έφυγαν και ζήσανε στα βουνά. Άφησαν να απλωθεί η φήμη ότι τους μεταμόρφωσε ο Δίας για να μην βάλει ο βασιλιάς ανθρώπους να τους ψάξουν.

«Φυσικά το έσκασαν!», λέει ο Βασιλιάς. «Αλλά ας μου έκανε πρώτα έναν εγγονό και μετά να έφευγε στο καλό! Τώρα που η κόρη μου χάθηκε ποιος θα μου κάνει απογόνους; Ποιος θα με γηροκομήσει;»

Η Βασίλισσα αγριεύει και ξεκινάει ένας τσακωμός μεταξύ του βασιλικού ζεύγους. «Απορώ πως τολμάς ακόμα να την αποκαλείς κόρη μου!» φωνάζει η θυμωμένη Βασίλισσα. «Τόσα χρόνια προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί και μετά το απέρριψες γιατί ήταν θηλυκό!»

O  Μελανίων-Ιππομένης  βρίσκει ευκαιρία να κατηγορήσει την Αταλάντη ότι μοιάζει στον πατέρα της, όλο κλαίγεται και είναι εγωκεντρική. Δηλώνει ότι τον έχει κουράσει η ανταγωνιστική τους σχέση, στην οποία η Αταλάντη νιώθει περισσότερο άντρας από εκείνον.

Το Βουνό που ανέκαθεν διδάσκει τους πολεμιστές,  νουθετεί τον Μελανίωνα-Ιππομένη. Του υπενθυμίζει για άλλη μια φορά: «Αφού ήξερες ποια πας να κατακτήσεις και ζήτησες μάλιστα βοήθεια από την θεά, τι γκρινιάζεις! Είσαι σα μικρό παιδί, θυμώνεις γιατί δε μπορείς να υποστηρίξεις τις επιλογές σου!»

«Έχω κουραστεί!» φωνάζει ο απελπισμένος νεαρός. «Δεν ξέρει να αγαπάει, μισεί τους άντρες!»

«Γιατί τότε την διεκδίκησες;» ρωτάει αυστηρά το Βουνό.

« Ήταν πολύ όμορφη και ήθελα να αποδείξω την αξία μου. Δεν ξέρω τελικά αν νίκησα ή έχασα κερδίζοντας στον αγώνα αυτόν…» απαντάει ο Μελανίων-Ιππομένης με σιγανή φωνή.

«Εμένα απλά με συν-κίνησε. Τίποτα άλλο. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να με κερδίσει και με το πάθος του με παρέσυρε. Βίωσα τον έρωτα μαζί του. Δε νομίζω να τον αγάπησα κιόλας.» αναφέρει η Αταλάντη.

Η Βασίλισσα της ρίχνει μια θλιμμένη τρυφερή ματιά: «Λυπάμαι ότι η μαμά σου είναι η αρκούδα κι όχι εγώ! Μακάρι να μεγάλωνες στη δική μου αγκαλιά!»

«Ναι, η αρκούδα είναι η μαμά μου.» κούνησε καταφατικά το κεφάλι της η Αταλάντη. «Δεν μπορώ ούτε να πω ότι λυπάμαι… Μου είσαι τελείως ξένη.»

Ο Βασιλιάς πετάγεται: «Εγώ σε νιώθω κόρη μου!»

«Δεν έχεις το δικαίωμα!» του ορμάει η Βασίλισσα.  «Την έκλεψες, την πέταξες…!»

« Ναι, αλλά μετά σεβάστηκα την στεναχώριά σου και δεν σου ζήτησα τίποτα πια. Δεν σε αντικατέστησα με άλλη γυναίκα για να προσπαθήσω να κάνω γιο. Το δέχτηκα σαν τιμωρία, σαν τη μοίρα μου να μείνω χωρίς παιδί!» απολογείται ο Βασιλιάς.

«Είσαι πολύ λίγος για να παίρνεις αποφάσεις όποιες κι αν είναι αυτές!» τον κοιτάζει υποτιμητικά το Βουνό. «Αλλά έτσι κι αλλιώς, δε μπορείς να το καταλάβεις…!»

«Ναι, σκέφτομαι με διαφορετικό τρόπο. Ζω σε άλλο κόσμο. Δυστυχώς οι εντολές μου δεν αμφισβητήθηκαν. Μακάρι να υπήρχε ένας ανυπάκουος υπηρέτης για ήταν αλλιώς τα πράγματα.» επαναλαμβάνει τη δικαιολογία του ο Βασιλιάς.

«Για να επιβιώσεις, παίρνεις από μένα.» υψώνει  το Βουνό τη φωνή του. «Κόβεις δέντρα για ξυλεία, αρπάζεις ορυκτά, σκοτώνεις ζώα. Με ξεζουμίζεις!» Νιώθει ότι αρχίζει να εκπροσωπεί όλη την Φύση.

«Ναι», συμφωνεί ο Βασιλιάς. «Κι ότι δε θέλω στο ξαναεπιστρέφω. Τα «μπάζα» μου, τα σκουπίδια μου.»

«Χρειάζεται να κάνουμε μια νέα συμφωνία. Βγήκες από μένα, δεν ανεξαρτητοποιήθηκες, απλά αυτονομήθηκες. Όμως δε μου φέρεσαι σωστά και αυτό μειώνει και τις δύο πλευρές. Τώρα σε βλέπω σαν την Ανθρωπότητα. Αν υπερισχύσεις και με καταστρέψεις, θα καταστραφείς κι εσύ. Αλλά κι εγώ χάνω, αν σε αφανίσω.

Ο Βασιλιάς /Ανθρωπότητα  είναι απορροφημένος στον συλλογισμό του: «Ότι δε θέλω, το παρατάω εκεί ακόμα κι αν είναι πολύτιμο. Επειδή δεν βλέπω την αξία του. Δεν το αναγνωρίζω ως συνέχειά μου…»

«Σε άλλα πράγματα δίνεις αξία γι’ αυτό δε μπορούμε να συνεννοηθούμε.» είπε η Φύση με αγωνία.

Ο Βασιλιάς /Ανθρωπότητα δηλώνει ότι δεν έχει την ωριμότητα να εκτιμήσει ότι του προσφέρει η Φύση. «Ούτε ν’ αναγνωρίσω όσα έκανες για την κόρη μου μπορώ… Είμαι τελείως απορροφημένος με τον εαυτό μου. Βλέπω μόνο όσα αφορούν στην εξωτερική μου εικόνα: Αν με θαυμάζουν, αν με θεωρούν καλό βασιλιά, αν καταφέρω να αποκτήσω απόγονο. Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ ότι αν κάτι δεν πάει καλά με σένα, αυτό σημαίνει και το δικό μου τέλος. Είμαι κλειστός στη φούσκα μου. Δεν έχω επαφή με κανέναν…»

Η Φύση λέει με κατανόηση: «Εγώ είμαι αιώνια, στο πέρασμα του χρόνου αλλάζω, αλλά δε χάνομαι. Ενώ εσύ έχεις λίγο χρόνο. Σε καταλαβαίνω. Θέλεις να σε θυμούνται…»

«Ο φόβος του θανάτου και της ανυπαρξίας μας τρομάζει πολύ τους ανθρώπους και μας ωθεί σε πολλές άσχημες πράξεις.» αποκρίθηκε ο Βασιλιάς/Ανθρωπότητα. «Τι μου ζητάς να κάνω;»

«Όρισε κάποιον που να με γνωρίζει και να με σέβεται για να κάνουμε μια νέα συμφωνία…» απάντησε η Φύση.

«Εγώ έχω αποξενωθεί από τη φύση. Δεν θα μπορούσα να επιβιώσω ούτε πέντε μέρες στο βουνό.» παραδέχεται ο Βασιλιάς.  «Αλλά πιστεύω ότι ένας τέτοιος εκπρόσωπος είναι η Αταλάντη που μεγάλωσε στους κόλπους σου.» Γυρίζει με καμάρι προς την κοπέλα. «Είναι υπέροχη η κόρη μου!!!» συνεχίζει  με ενθουσιασμό: «Αν σώσει τον πλανήτη, θα μείνει και το δικό μου όνομα αθάνατο. Η Αταλάντη, κόρη του βασιλιά Ίασου, θα λένε!»

Η Αταλάντη στραβομουτσουνιάζει και μετά του εξηγεί σα να’ ταν μικρό παιδί: «Η φύση δε μας ανήκει! Εμείς είμαστε ένα μικρό μέρος της. Μας ζητάει να την αφουγκραστούμε, να την ερευνήσουμε, να της φερόμαστε με σύνεση κι όχι αλόγιστη εκμετάλλευση. Να κατανοήσουμε το εν οίδα ότι ουδέν οίδα…  Δε γνωρίζουμε τα πάντα και δεν έχουμε το δικαίωμα να πιστεύουμε ότι είμαστε κάτι καλύτερο από τα άλλα όντα. Γεννηθήκαμε για να ζήσουμε σε αρμονία, δε χρειάζεται να κατακτούμε και να κυριαρχούμε πάνω στα άλλα ήδη. Πάντα θα είμαστε μικρότεροι του βουνού…»

Ο Βασιλιάς συνειδητοποιεί: «Αυτή είναι η διαφορά μας. Εγώ νιώθω το βουνό σαν κάτι ξένο, έξω από μένα. Μπορώ να πηγαίνω, να το λεηλατώ, να παίρνω ότι μου χρειάζεται και να παρατώ εκεί ότι θέλω να ξεφορτωθώ.  Και μετά να επιστρέφω στην ασφάλεια του βασιλείου μου. Ενώ εσύ, κόρη μου, νιώθεις να είσαι μέρος της φύσης, η οποία σε υπερβαίνει. Πιστεύω ήρθε η ώρα να σου παραδώσω την εξουσία, να αναλάβεις εσύ!»

Η Αταλάντη νευριάζει: «Τίποτα δε μου παραδίνεις! Είμαι αυτό που είμαι χωρίς να χρειάζομαι την άδειά σου ή την εξουσιοδότησή σου!»

Ο Βασιλιάς αμύνεται: «Ακόμα δεν έχεις καταλάβει τους ανθρώπινους νόμους. Στις πολιτείες μας ο ηγέτης δίνει εντολές και οι υπόλοιποι τις εκτελούν ακόμη κι αν είναι παράλογες. Αν προστάξω να κάψουν το βουνό, θα το κάνουν. Θα παρατήσουν το παιδί μου εκεί… Γιατί έχω εξουσία. Αυτή την εξουσία ήθελα να σου παραδώσω!»

«Δεν τη θέλω!» τον κοιτάζει στα μάτια η Αταλάντη.

«Κακώς, γιατί θα την πάρει κάποιος άλλος…» απαντάει απογοητευμένος.

«Τη στιγμή που θα νιώθουν και θα σκέφτονται πολλοί άνθρωποι σαν κι εμένα, τότε θα γίνει από μόνο του!» λέει με σιγουριά η Αταλάντη. «Δε μπορώ να επιβάλλω τον σεβασμό…»

Ο Βασιλιάς ξαναδηλώνει ότι δε βρίσκει τρόπο να επικοινωνήσει με τη φύση. «Είναι σα να ζω σε έναν ουρανοξύστη, στον 350 όροφο. Ποτέ δεν έχω δει δάσος, ζώα, ούτε καν χορτάρι. Ούτε πουλιά έχω δει, εκτός από μπούτια και φτερούγες συσκευασμένες από σουπερ μάρκετ. Ακόμα νιώθω απογοήτευση. Ήθελα να σου παραδώσω το σκήπτρο: «Γίνε πλανητάρχης εσύ, κόρη μου!»

Η Αταλάντη δείχνει μια ικανοποίηση για την αναγνώριση του πατέρα της, αλλά ολοένα περισσότερο κοιτάζει το βουνό. Στα μάτια της λάμπει λατρεία. «Εκεί ανήκω, εκεί θα γυρίσω!»Ο Βασιλιάς παρακολουθεί με ζήλια.

Στην ερώτηση αν η Αταλάντη θέλει να βοηθήσει να βελτιωθεί η σχέση της Ανθρωπότητας με τη Φύση ή μήπως νιώθει ότι δεν την αφορά η εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού, απαντάει χαμογελώντας: «Έμαθα και κατάλαβα ότι η καταγωγή μου είναι από ανθρώπους, όχι από αρκούδα. Αλλά χρειάζεται οι άνθρωποι να κοιτάξουν εμένα, να κοιτάξουν τη φύση… Όχι το αντίθετο. Οι άνθρωποι πρέπει να καταλάβουν ότι πήραν λάθος δρόμο…»

«Χρειάζεται να σας αφήσω περισσότερο χρόνο», συμπέρανε η Φύση. «Για να υπάρξει μια ουσιαστική διαπραγμάτευση πρέπει να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα.»

«Χαίρομαι που με πήγες στο βουνό.» λέει η Αταλάντη στον πατέρα της. «Εκεί βρήκα την πραγματική πηγή της ζωής. Η ζωή στο παλάτι σου είναι μια πλάνη

Ο Βασιλιάς/Ανθρωπότητα  παραδέχεται ότι η παλιά γενιά έχει πρόβλημα. «Οι μισοί είναι κοιμισμένοι,» λέει δείχνοντας τη σύζυγό του. «Βουτηγμένοι στην κατάθλιψη έχουν αποποιηθεί τη δύναμή τους. Προτιμούν να μην ξέρουν τι νιώθουν. Περνάνε τη ζωή τους βλέποντας ατελείωτες τηλεοπτικές σειρές εγκαταλείποντας το δικό τους εδώ και τώρα. Οι άλλοι μισοί είναι εγωκεντρικοί και δε βλέπουν τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό τους και το συμφέρον τους. Έχουν μεν εξουσία, αλλά δεν ξέρουν τι να την κάνουν γιατί είναι τελείως αποκομμένοι από την πραγματική ζωή. Εμείς, η παλιά γενιά, είμαστε ανίκανοι να κάνουμε μια αλλαγή.»

Ο Μελανίων-Ιππομένης διαμαρτύρεται. «Το εδώ και τώρα των ανθρώπων δεν βρίσκεται πια στα βουνά, αλλά κυρίως στις πόλεις.»

Οι άνθρωποι βγήκαν από τη φύση κι έχτισαν τις πόλις, δημιούργησαν τον πολιτισμό και τεχνολογίες για να τον στηρίξουν. Όμως στην ουσία δε γνωρίζουν πώς να τον διαχειριστούν με ισορροπία. Κάποια παιδιά επιστρέφουν στη φύση, όπου θέλουν να ζήσουν σαν τα λιοντάρια. Χαράζουν έτσι το δικό τους δρόμο, χωρίς όμως να λύσουν τα γενικότερα θέματα μεταξύ της Ανθρωπότητας και της Φύσης.

«Από τη στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να συσσωρεύουν αγαθά, έχασαν το εδώ και τώρα τους.» αναφέρει η Φύση. «Μόνιμα σκέφτονται το μετά. Φοβούνται μη χάσουν αυτό που απέκτησαν. Ή αναπολούν το πριν όταν τα πράγματα δεν πάνε σύμφωνα με τις προσδοκίες τους…»

«Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε, ως παλιά γενιά, είναι να αποχωρήσουμε.» λέει ο Βασιλιάς γυρίζοντας προς την κόρη του. «Όσο και να χτυπιόμουν για την λανθασμένη μου απόφαση σε να διώξω, έκλαιγα για τη δική μου απογοήτευση. Τον δικό σου πόνο δεν τον είδα ποτέ. Μα ούτε να σου ζητήσω συγγνώμη δε μου βγαίνει.»

Η Αταλάντη τον παρατηρεί σιωπηλή. Ήρεμο και περήφανο το βλέμμα της.

Και τότε ακούγεται η φωνή του Μελανίωνα-Ιππομένη:  «Μένω με μια συναισθηματική εκκρεμότητα. Σα ζευγάρι δεν βρήκαμε αρμονία. Η Αταλάντη δεν εξέφραζε συναισθήματα τρυφερότητας, αλλά ούτε και θυμού, στεναχώριας ή αναστάτωσης. Λειτουργούσε αλλιώς, ποιο ενστικτωδώς.»

Πολύ δύσκολο να ταιριάξουν δύο άτομα που μεγάλωσαν σε τόσο διαφορετικές συνθήκες. Η Αταλάντη ήθελε τον άντρα για να απολαμβάνει τον έρωτα μαζί του, της άρεσαν οι εκδηλώσεις της αγάπης του, αλλά δε μπορούσε να ανταποκριθεί. Δεν είχε μάθει να λειτουργεί με συναίσθημα. Από αρκούδα ανατράφηκε!…

Ο Μελανίων-Ιππομένης βίωνε την απογοήτευση του ερωτευμένου. Είχε λατρέψει την εικόνα της Αταλάντης και της σχέσης τους έτσι όπως την έπλασε στο μυαλό του. Και μετά ένιωσε πίκρα γιατί δεν κατάφερε να αλλάξει τη σύντροφό του ώστε ν’ ανταποκριθεί στην εικόνα αυτή. Στο τέλος μάλλον μόνο η λέαινα Αταλάντη επέστρεψε στο βουνό…

«Ναι, έτσι έγινε! Κι εγώ έμεινα μόνος. Είχα ρισκάρει τη ζωή μου γι’ αυτή τη σχέση, αλλά διαλύθηκε. Δεν πήρα καμία ικανοποίηση. Κατέκτησα το σώμα της Αταλάντης, αλλά την ψυχή της δεν την άγγιξα. Σα να ήταν κενή.» είπε ο αποκαρδιωμένος νεαρός.

Τα μάτια της Αταλάντης άστραψαν: «Εμπιστεύομαι τη ζωή και την αφήνω στη φυσική της ροή. Χρειάζομαι χρόνο και δεν πρόκειται να με πιέσω για κανέναν! Είμαι αυτό που είμαι, είτε το ονομάσετε άνθρωπος, αρκούδα ή λιοντάρι!» Και μετά σα να θυμήθηκε σκηνές από το παρελθόν και είπε με συγκίνηση: «Η μαμά αρκούδα μου προσέφερε πάρα πολύ στοργή και ασφάλεια. Την αγαπώ πολύ!»

«Καλώς έγινε έτσι!» ακούστηκε η σιγανή φωνή της Βασίλισσας. «Καλώς μεγάλωσες στο βουνό γιατί έζησες ελεύθερη, κάτι που θα ήταν αδύνατον στο παλάτι μας.  Έγινες ένα υπέροχο πλάσμα, ανεξάρτητο. Πήγες από το υποκατάστατο της ζωής κατευθείαν στην πηγή της. Χαίρομαι ότι αγαπάς τη μητέρα σου αρκούδα.»

Και τότε ήρθαν πιο κοντά οι δύο πλευρές της Αταλάντης: η ανθρώπινη, της περήφανης πολεμίστριας, και η συναισθηματική αρκουδίσια.

«Αυτή την πτυχή της Αταλάντης, τη θηλυκή και μητρική της αρκουδοτρυφεράδα, δεν την έβλεπα.» παραδέχεται ο Μελανίων-Ιππομένης. «Κι έτσι δε μπορούσα να την εκτιμήσω. Περίμενα να εκφράζεται με τον συνηθισμένο ανθρώπινο τρόπο.»

Ο κόσμος της Αταλάντης ήταν πολύ διαφορετικός από τον κόσμο του συντρόφου της. Και ίσως ακριβώς εκεί, στον ιερό ναό του Δία κατάλαβαν τις τεράστιες διαφορές στις αντιλήψεις τους. Ότι η Αταλάντη νιώθει ένα με το βουνό, με τη φύση και δεν μπορεί να καταλάβει και να δεχτεί την πίστη των ανθρώπων σε θεούς και την αφοσίωσή τους στους ηγέτες τους. Εκεί ίσως πήρε την απόφαση να επιστρέψει στα δάση, ελεύθερη σα λιοντάρι.

Και οι δύο εραστές είχαν την αγάπη και όρεξη να κάνουν υπέρβαση, ένα άνοιγμα στο καινούριο και ασυνήθιστο. Αλλά τελικά ο καθένας βασίλεψε στο δικό του βασίλειο, με τον δικό του τρόπο, μόνος.

Συγκίνηση προκαλούν τα λόγια της Φύσης: «Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από αρχή, μέση και τέλος.  Έχουν προσδοκίες για ένα αίσιο τέλος και απογοητεύονται όταν τα πράγματα πάνε αλλιώς. Στη φύση υπάρχει άλλος όρος: η συνέχεια και η εξέλιξη. Υπάρχει μια συνέχεια. Δε χρειάζεται να δούμε την ένωση του ζευγαριού σαν το τέλειο τέλος. Η διαδικασία συνεχίζεται. Ακόμα κι εγώ, ενώ είμαι αρχαία, συνεχίζω και μαθαίνω…»

Επίλογος

Οι ανθρώπινοι ήρωες της ιστορία ήταν παγιδευμένοι σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο σκέψης, το οποίο  δυσκόλευε να δουν την κατάσταση με νέα ματιά.

Ειδικά ο βασιλιάς άφησε μια γεύση πίκρας στην εκπρόσωπο του, εξαιτίας  του απέραντου εγωκεντρισμού του. Τίποτα δεν έβλεπε πέρα από τον εαυτό του. Τι νιώθει, τι θέλει, τι φοβάται… μόνο αυτά τον απασχολούσαν. Ήταν στην ουσία η εκπροσώπηση του ανθρώπινου Εγώ που βασιλεύει. Του Εγώ, που δεν αναγνωρίζει το θαύμα της ζωής, όπως τη γέννηση ενός παιδιού. Που ζει εγκλωβισμένο στις  ιδέες του για τη σπουδαιότητά του. Η λύση είναι να αποχωρίσει το Εγώ και να αναλάβουν άλλες πτυχές του εαυτού, οι πιο συνδεδεμένες με το Σύνολο.

Η Αταλάντη εκπροσωπήθηκε από δύο άτομα. Το ένα αντιπροσώπευε τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις που συνδέονταν με την αρκουδίσια της εμπειρία. H δεύτερη εκπρόσωπος ήταν η ανθρώπινη Αταλάντη, ο κυνηγός, πολεμιστής. Αυτή η αρσενική της πτυχή κυριαρχούσε. Στην ερώτηση μου πώς αισθάνθηκαν, έλαβα τις εξής απαντήσεις.

Η πιο παλιά μορφή, η Αρκουδο-Αταλάντη δεν είχε λόγια, απλά σήκωσε τους ώμους και κούνησε το κεφάλι της. «Μου άρεσε η ζεστή γούνα της μαμάς αρκούδας, μου προσέφερε ασφάλεια. Ο σύντροφος της Αταλάντης με αναστάτωνε!»

 

Η Αταλάντη-άνθρωπος άνοιξε την καρδιά της:

«Νιώθω ευδαιμονία, ευφορία και πληρότητα!

Κοιτάζω τα ιερά βουνά κι αναπνέω τη δύναμη τους, τη σοφία τους.

Με συντηρεί και με ενδυναμώνει ο άνεμος, τα σύννεφα, οι κεραυνοί, η καταιγίδα, τα τρεχούμενα νερά.

Το δάσος είναι το σπίτι μου, η αρκούδα η αγκαλιά μου, η προστασία μου. Μάνα μου η φύση, αδέλφια μου τα ζώα.

Η ενέργεια μου συμπυκνωμένη και υψηλής  δόνησης είναι η πανοπλία μου.

Τρέχω με τον άνεμο. Είμαι ο άνεμος. Με σκληραγωγεί η πέτρα και τα δύσβατα μονοπάτια των βουνών. Το βουνό είναι ο πατέρας μου που με δέος αντικρίζω και καθημερινά τον ευχαριστώ. Νιώθω απέραντη αγάπη για ότι μου προσφέρεται.

Με αποκαλούν Αταλάντη. Την ιστορία μου για τη γέννησή μου και την απόρριψή μου από τον βασιλέα-πατέρα τη μαθαίνω από τους άλλους. Δε με αγγίζει και δε με τραυματίζει.

Είμαι απόλυτα Ανεξάρτητη, Αυτοδύναμη κι Ελεύθερη. Γι’ αυτό και δέχομαι να πάω στο παλάτι να τους γνωρίσω.

Ανάμεσα στους ανθρώπους ενεργοποιούνται τα συναισθήματά μου. Νιώθω τον μέχρι τρέλας πόνο της μάνας μου, όταν με πήραν από την αγκαλιά της. Νιώθω τον θυμό μιας πτυχής μου απέναντι στον πατέρα που για τα βασιλικά του συμφέροντα με απορρίπτει. Δεν τον εμπιστεύομαι. Δεν υπάρχει για μένα. Ακούω τον εγωιστικό παραλογισμό του, την αρχομανία του, την επιβολή της εξουσίας του και τώρα την επιθυμία του να με παντρέψει.

Όχι, δεν θα υποταχθώ!

Όταν βρεθεί Εκείνος που θα με αντικρίσει ισότιμα και ισάξια, θα αναγνωρίσει τη δύναμή μου και θα με ξεπεράσει, τότε και μόνον τότε θα γίνει γάμος. Αλλιώς οι μνηστήρες είναι ανύπαρκτοι!  (Χάνουν τα κεφάλια τους.)

Τρέχω!!! Και πρώτη φορά ο δρόμος μου φέρνει δώρα χρυσά πανέμορφα μήλα. Με συνεπαίρνει και με ανακόπτει. Χαλάλι του!

Συγκινούμαι και κύμα ζεστό πρωτόγνωρο με κυριεύει.

Με προσπερνά επάξια.

Αφήνομαι – δίνομαι – και συμπληρώνομαι μαζί του.

…Και λιονταρίνα τον αγαπώ.

Νιώθω ήρεμη – γαλήνια – δυνατή. Δεν έχω κενό, δε νιώθω μετέωρη. Είμαι τα πάντα, είμαι η ΖΩΉ!

ΕΊΜΑΙ…

Πλάσμα της ζωής, με όποια μορφή, με όποια ιδιότητα… την εκπροσωπώ!»