Η Σταχτοπούτα

Το παραμύθι της Σταχτοπούτας είναι από τα πιο γνωστά και πιο αγαπημένα παραμύθια. Έχει διάφορες παραλλαγές. Εμείς βασιστήκαμε στην εκδοχή των αδελφών Γκριμ που εκδόθηκε το 1812.

Για να καταλάβετε καλύτερα τις αναπαραστάσεις, διαβάστε πρώτα το κείμενο ή ακούστε την αφήγηση. Μην εκπλαγείτε ότι δεν υπάρχουν νεράιδες με κολοκύθες πολλαπλών χρήσεων, αλλά μια πραγματικότητα πιο περίπλοκη. Και ίσως πιο ρεαλιστική…

Πατώντας το κουμπί “Προβολή βίντεο” θα ακούσετε το τραγούδι, αφιερωμένο στη Σταχτοπούτα.

  1. αναπαράσταση – Μάρτης 2013 – Κέρκυρα      «Όποιος πονάει είναι ζωντανός…!»

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα κοριτσάκι που το λέγανε Μαρία. Αλλά στην πορεία έγινε Σταχτοπούτα. Και δεν ήταν πια ένα κοριτσάκι, αλλά χωρίστηκε σε πέντε πτυχές. Η πρώτη ήταν φανερή σε όλους, οι υπόλοιπες όμως ήταν βαθιά κρυμμένες. Ποιες  ήταν οι πτυχές της;

  • η αγνή που αποφάσισε να υπομείνει τα πάντα με καλοσύνη και καρτερικότητα. Έτσι είχε υποσχεθεί στη μανούλα της.
  • η παγωμένη, με παράπονο ότι έμεινε ορφανή. Ήταν γεμάτη φόβο, θλίψη και σύγχυση. Χαμένη στον κόσμο της.
  • η θυμωμένη με τον πατέρα επειδή δεν την προστάτευε και δεν την πρόσεχε αρκετά. Ο θυμός διαλύθηκε όταν είδε πόσο πολύ είχε ο πατέρας αγαπήσει τη μάνα της. Κατάλαβε το πένθος του και την παραίτηση στην οποία ζούσε μετά το θάνατό της .
  • η φιλόδοξη που λαχταρούσε ωραία φορέματα και κοσμήματα για να εντυπωσιάσει τον κόσμο. Με βαθιά επιθυμία για δικαίωση.
  • ο εσωτερικός παρατηρητής – ανώτερος εαυτός που εξέπεμπε ηρεμία και σιγουριά: «Όλα έγιναν ακριβώς όπως έπρεπε!»

Καταλαβαίνετε ότι χρειάστηκε αρκετή ώρα για να γνωριστούν οι πτυχές, να συζητήσουν, να εκφράσουν τα απωθημένα και αντιφατικά τους συναισθήματα. Τελικά όμως αποδεχτήκανε η μία την άλλη και ενώθηκαν σε ένα πρόσωπο. Μετά η Σταχτοπούτα προχώρησε προς τους γονείς της.

Η Μητέρα ήταν αρχικά λυπημένη και γεμάτη ενοχές ότι, λόγω της αρρώστιας, δεν μπόρεσε να τη φροντίσει αρκετά. Στην πορεία παρακολουθούσε με συγκίνηση και χαρά την εξέλιξή της κόρης της.

Ο Πατέρας εξήγησε ότι μετά το θάνατο της γυναίκας του έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Ξαναπαντρεύτηκε μόνο και μόνο για να έχει βοήθεια στο μεγάλωμα της μικρής. Άκουσε όλα τα συναισθήματά της Σταχτοπούτας και παραδέχτηκε ότι δεν τη στήριξε όσο εκείνη χρειαζόταν. Στη συνέχεια οι δύο γονείς  έδωσαν στην κόρη την ευχή τους.

Αλλά δεν ήταν μόνο η Σταχτοπούτα με εσωτερικές συγκρούσεις, και ο Πρίγκιπας είχε τα άλυτά του θέματα. Ούτε ισορροπημένος, ούτε «μονοκόμματος» ήταν! 🙂  Ένα κομμάτι του έδειχνε αρκετά απογοητευμένο με τον εαυτό του: «Αμφισβητώ και ανησυχώ για την ικανότητά μου να κάνω σωστές επιλογές και να τις υποστηρίζω! Ποια είναι τα κριτήρια μου;  Ένα χαμένο γοβάκι; Γιατί δεν κατάλαβα τις άλλες – ψεύτικες νύφες; Και πώς μπόρεσα με τόση ευκολία να τις γυρίσω πίσω, ακούγοντας τα τιτιβίσματα πουλιών; Η δική μου κρίση που είναι;» επέκρινε τη στάση του.

Ενώ ταυτόχρονα ήταν θυμωμένος με την Σταχτοπούτα: «Σαγηνεύτηκα από την ομορφιά της αγνής, αλλά με εκνευρίζει ότι δεν θέλει να παραδεχτεί τις άλλες τις πτυχές. Το παίζει αθώα! Είναι χειριστική και ξέρει πολύ καλά πώς να με σαγηνέψει, να με αποπλανήσει, να με κάνει να την κυνηγάω από πίσω και να εκτίθεμαι τριγυρνώντας με ένα γοβάκι στο χέρι σαν ηλίθιος! Θυμώνω ότι με έλκει τόσο πολύ και δεν μπορώ να της αντισταθώ!»

Παραδόξως, η Σταχτοπούτα και ο Πρίγκιπας τα βρήκαν, όταν εμφανίστηκε μια κοινή συναισθηματική κατάσταση: ο Δισταγμός – μπορώ να εμπιστευτώ την αγάπη; Μόλις συνειδητοποίησαν και οι δύο ότι κατά βάθος φοβούνται να ανοιχτούν ο ένας στον άλλον, ο ίδιος ο δισταγμός  λειτούργησε σαν γέφυρα μεταξύ τους. Μοιράστηκαν τις ανασφάλειές τους και άρχισαν να ενθαρρύνουν αντί να ψάχνουν ατέλειες.

Επίσης είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τη Μητριά που τελικά δεν ήταν και τόσο αποκρουστική. Μας αποκάλυψε ότι ήθελε τον  πατέρα της Σταχτοπούτας γιατί ήταν ευκατάστατος και όμορφος άντρας. Έμεινε όμως με το παράπονο ότι ποτέ δεν την ικανοποίησε σεξουαλικά. «Ξέρω ότι δε με ερωτεύτηκε, ήταν μονίμως κολλημένος με την κόρη του. Γι’ αυτό τη ζήλευα και της έκανα τη ζωή δύσκολη. Επίσης με εκνεύριζε αφάνταστα ότι ήταν τόσο μειλίχια και πάντα θλιμμένη. Κάθε λίγο και λιγάκι μυξόκλαιγε στον τάφο της μάνας της και γύριζε ζαρωμένη, μουδιασμένη. Ήθελα να την ταρακουνήσω για να ξυπνήσει από το πένθος της. Όποιος πονάει νιώθει ότι είναι ζωντανός!» μας χαμογέλασε πονηρά.

Ακολούθησε συζήτηση στον κύκλο.

Σ’ έναν μεγάλο βαθμό μέσα από την εκπροσώπηση εκφράζουμε δικούς μας προβληματισμούς. Μπαίνοντας στα παπούτσια του ήρωα, σε αυτήν την περίπτωση στα γοβάκια, ελάχιστα θα χρειαστεί να κόψουμε φτέρνα ή δαχτυλάκι, γιατί το πιο πιθανό είναι, να μας ταιριάξουν απόλυτα… Ανακαλύπτουμε δικά μας στοιχεία.

 

  1. αναπαράσταση – Φλεβάρης 2015 – Κέρκυρα      «Με θέληση και πίστη!»

Στη δεύτερη αναπαράσταση μαθαίνουμε ότι τόσο η μάνα όσο και η Σταχτοπούτα διέθεταν ασυνήθιστες  μαγικές ικανότητες. Η μητέρα ανησυχούσε, μην τις χρησιμοποιήσει η κόρη της με λάθος τρόπο. Γι’ αυτό της ζήτησε:  «Να είσαι πάντα καλή, να υπηρετείς το φως και όχι την καταστροφή!» Υπήρχε ισχυρή σύνδεση της νεκρής Μάνας με την κόρη. Το κλαράκι που φύτεψε και πότιζε με τα δάκρυα της ήταν μαγικό ραβδί. Καθώς μεγάλωνε το δεντράκι, μεγάλωνε και ο σύνδεσμος μεταξύ τους. Η μαγική Φουντουκιά σήμαινε πολλά για τη Σταχτοπούτα: ήταν δίαυλος, η συνείδηση του καλού και του κακού, ο εξομολογητής της, ο μάρτυρας των συναισθημάτων της. Τα δύο πουλιά που εκπληρώνανε τις ευχές της Σταχτοπούτας ήταν η Πίστη και η Θέληση.

Η Μάνα ήταν πάντα δίπλα. Ένιωθε περήφανη για τη Σταχτοπούτα, ήταν σίγουρη ότι θα τα καταφέρει. Συνέχιζε να τη βοηθάει με δικούς της μαγικούς τρόπους. Αναλάμβανε στη θέση της Σταχτοπούτας ότι αρνητικό προέκυπτε: «Εγώ θα καθαρίσω! Αρκεί η Σταχτοπούτα να μείνει καλή!» μας είπε.

Ωστόσο, η Σταχτοπούτα για να ανταπεξέλθει στην κατάσταση αποκόπηκε από το συναίσθημά της. Στην αναπαράσταση εμφανίστηκε ως Σώμα χωρίς ψυχή που έκανε μηχανικά όλες τις δουλειές για να μην προκαλεί περισσότερους τσακωμούς. Θυσιαζόταν για τον πατέρα και υπέμενε την κακομεταχείριση της μητριάς και των αδερφών χωρίς διαμαρτυρία.

Αργότερα εκδηλώθηκε το καταπιεσμένο συναίσθημα θλίψης και θυμού απέναντι στη μάνα «Γιατί πέθανες;;;!!!» H Σταχτοπούτα αρχικά δεν το αναγνώριζε, αλλά τελικά το αποδέχτηκε. Επίσης συνδέθηκε με το σώμα της. Ένιωσε έντονα τον εαυτό της και αποφάσισε να φύγει από τη θέση του θύματος. Με θέληση και πίστη να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον.

Κατανοήσαμε τη στάση του Πατέρα. Με το θάνατο της  συζύγου εξαφανίστηκε όλη η δύναμη του. Ταράχτηκε όταν συνειδητοποίησε πως  το παιδί του είχε περισσότερη επικοινωνία με το νεκρό γονιό παρά με τον ζωντανό. Ομολόγησε ότι δεν έβλεπε τη Σταχτοπούτα, του ήταν αόρατη έτσι όπως κυκλοφορούσε σαν σώμα χωρίς ψυχή. Μόνο όταν εκείνη εκδήλωσε τα συναισθήματά της και τη θέλησή της, την είδε καθαρά. Την καμάρωσε και της ζήτησε συγνώμη για την απουσία του.

Και μόλις τα βρήκε η Σταχτοπούτα με τον εαυτό της και με τον πατέρα της, εμφανίστηκε ο Πρίγκιπας με σκοπό να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 🙂

Θα μου πείτε: Ποιος  ο λόγος να γίνονται τέτοιες αναπαραστάσεις; Να όμως  που στον τελικό κύκλο μοιράσματος αποκαλύφτηκε ότι «τελείως τυχαίως» η εκπρόσωπος του Καταπιεσμένου συναισθήματος έχασε στην εφηβεία τη μητέρα της και επί δεκαετίες κουβαλούσε μη επεξεργασμένα συναισθήματα θυμού, θλίψης και ενοχών, τα οποία βρήκαν ευκαιρία να εκτονωθούν!  Ή ότι ο εκπρόσωπος της Φουντουκιάς, ταλαιπωρημένος από συμπτώματα κατάθλιψης, καλωσόρισε την Πίστη και τη Θέληση.  Ή ότι η εκπρόσωπος του Πατέρα, μια γυναίκα σε πένθος λόγω θανάτου του συζύγου της, μητέρα δύο παιδιών, συνειδητοποίησε και είπε: «Οι γονείς πρέπει να είναι υπεύθυνοι για τα παιδιά τους, όχι το αντίθετο!»

Όλοι οι εκπρόσωποι, στη θέση που βρέθηκαν, με τα συναισθήματα και τα λόγια που ξεπήδησαν από μέσα τους, βίωσαν κάτι σημαντικό για τον εαυτό τους. Και γράψανε το παραμύθι από την αρχή…

 

  1. αναπαράσταση – Οκτώβρης 2018 – Κέρκυρα    «Η αδιαφορία σου με προστάτευε!»

Η αναπαράσταση αυτή ήταν ουσιαστικά διάλογος της Σταχτοπούτας παιδιού με την Ενήλικη Σταχτοπούτα και με τα Περιστέρια που εκπλήρωναν κάθε της ευχή και δεν ήταν τίποτα άλλο από τη βούληση της.

Η Σταχτοπούτα ενήλικη αναρωτήθηκε πώς θα ήταν άραγε αν δεν έδινε την υπόσχεση στη μάνα ότι θα είναι πάντα καλή και υπομονετική… «Δεν νιώθω πολύ καλοσυνάτη. Σαν να υπήρχε ένα προσωπείο πέρα από το άβουλο, ήσυχο κοριτσάκι της μαμάς..» ομολόγησε και ξεκίνησε να κατηγορεί τον πατέρα ότι ήταν απών. «Δε με υπερασπίστηκε! Και ο ίδιος με αποκαλούσε Σταχτοπούτα! Με τη στάση του επέτρεψε να χάσω την  ταυτότητά μου!» φούντωνε ο θυμός της. «Ευτυχώς που είχα τα περιστέρια, ήταν τα μέσα μου για την εκπλήρωση του σκοπού. Τίποτα δε μου έτυχε, εγώ ζήτησα όλα όσα έλαβα!»

«Πολύ σκληρό το παραμύθι, ακόμα και το τέλος!» παραπονέθηκε η Σταχτοπούτα  παιδί στεναχωρημένη με την τιμωρία των αδερφών. Γιατί το έκαναν τα περιστέρια; Ήταν μέρος  μου; Είμαι καλόβολη ή εκδικητική τελικά;» αναρωτήθηκε ανήσυχη. Μετά γύρισε προς την Ενήλικη: «Όταν πέθανε η μάνα έχασα τη μάνα, τη θέση μου, ακόμα και το όνομά μου. Πως κατάφερες και βρήκες τα περιστέρια;»

Η ενήλικη Σταχτοπούτα απάντησε: « Όποτε έκλαιγα τη μοίρα μου, ερχόταν δίπλα μου. Με παρηγορούσαν ότι κάποια στιγμή θα ξεφύγω από τη μιζέρια και την κοροϊδία. Θα αποδείξω ότι αξίζω… Τα περιστέρια είναι η δύναμή μου, η ικανότητά μου να πετάξω και να φύγω από τον κόσμο αυτό που μόνο βάσανα μου προσφέρει. Είναι η ικανότητά μου να πετάξω ψηλά, να βρω τη μαμά μου, είναι οι σκέψεις μου, τα όνειρά μου. Η ελευθερία μου. Όπου δε φτάνει το χεράκι μου, έρχονται τα περιστέρια, απλώνουν τις φτερούγες τους και εκπληρώνουν κάθε μου επιθυμία. Μπορούν και κάνουν θαύματα. Είναι η φαντασία μου, με πολύ μεγάλη μαγική δύναμη. Είναι η προνοητικότητα μου, η ικανότητα μου να προσαρμοστώ και τελικά να οδηγήσω τα πράγματα εκεί που εγώ θέλω. Σερφάρω πάνω στο κύμα. Έχω όλη τη δύναμη της κίνησής του με το μέρος μου.»

Κοίταξε τρυφερά τη Σταχτοπούτα  παιδί και συνέχισε να τις εξηγεί και να την παρηγορεί: «Οι αδερφές στραβώθηκαν από τη ζήλεια τους, δεν άντεχαν να βλέπουν τη λάμψη μου. Έτσι κι αλλιώς δεν έβλεπαν τίποτα – ευγνωμοσύνη, κατανόηση, συμπόνια μηδέν! Εγώ δεν τις έβλαψα. Ήταν μια φυσική εξέλιξη, απλά εκδηλώθηκε στο πρόσωπο τους ότι ήταν μέσα τους. Όταν τα περιστέρια κατέβηκαν από τα κλαριά κι έκατσαν στους ώμους μου, εγώ ίσιωσα, σταμάτησα να καμπουριάζω και να κοιτάζω κάτω για να μην φαίνεται το βλέμμα μου. Έγινα ένα με τα περιστέρια μου. Ένιωσα ένα κύμα αυτοεκτίμησης να με πλημμυρίζει. Ότι κάτι καινούριο ξεκινάει! Δεν χρειάζεται πια να πηγαίνω να κλαίω στον τάφο, να κρύβομαι κάτω από την φουντουκιά. Τα περιστέρια έχουν μέσα και κάτι από τη μάνα μου. Έλεγε: Να’ σαι πάντα καλή και ο θεός θα σε φροντίσει!  Για μένα ο θεός ήταν τα περιστέρια! Η μαμά ανησυχούσε για μένα. Πίστευε ότι μόνο αν ήμουν καλή, θα με κρατούσαν και θα με φρόντιζαν. Τώρα όμως μεγάλωσα, μπορώ να αναλάβω την ευθύνη του εαυτού μου. Έχω το δικαίωμα να είμαι όχι μόνο καλοσυνάτη, υποχωρητική αλλά και διεκδικητική, ακόμα και απόλυτη.»

«Πώς τα κατάφερες και βρήκες τη δύναμη να αναλάβεις τον εαυτό σου;» τη ρώτησε η Σταχτοπούτα  παιδί .

«Εκεί που έκλαιγα, συνειδητοποίησα ότι αν δεν αλλάξω κάτι θα περάσει έτσι η ζωή μου, κλαίγοντας. Οι αδερφές μου θα παντρευτούν κι εγώ θα συνεχίζω να πηγαίνω στον τάφο της μάνας μου, ζωντανή νεκρή.  Υπηρέτρια της μητριάς. Αυτό θα είναι το μέλλον μου. Άρχισα να ονειρεύομαι ένα άλλο μέλλον, να ζητάω πράγματα για μένα. Ο νους μου είναι προσηλωμένος στους στόχους μου, δε με νοιάζει τι κάνουν οι αδερφές μου. Τις υποτιμώ κιόλας, είναι πολύ επιφανειακές.» απάντησε η Σταχτοπούτα ενήλικη.

Η Σταχτοπούτα παιδί αναστατώθηκε: «Μήπως αυτό είναι αλαζονικό;»

Η Ενήλικη επέμενε: «Δεν γεννήθηκα να ανακατεύομαι με τη στάχτη! Όσο και να προσπαθούσαν να με μειώσουν, αποκαλώντας με χαζή, βρωμιάρα, ανάξια… εγώ δεν υπέκυψα! Δεν τις πίστεψα και διατήρησα την καλή εικόνα για τον εαυτό μου, την αίσθηση της αξίας μου. Σε αυτό με βοήθησε πολύ η επαφή με τη μάνα. Ήταν σα να μου έλεγε Μην τα βάζεις κάτω, είσαι σπουδαία, ήσουν για μένα τα πάντα. Αυτό με βοήθησε να μην διαλυθεί η προσωπικότητά μου. Χρειαζόταν να τις υποτιμώ για να μπορέσω να αμφισβητήσω την άποψή τους για μένα. Στην αρχή ήθελα πολύ να είμαστε φίλες, ένιωθα μοναξιά.»

Η Σταχτοπούτα παιδί κούνησε το κεφάλι της με θλίψη: «Εγώ ήθελα να πεθάνω. Κανείς δε μ’ αγαπούσε, όλοι με ταπεινώνανε!»

«Εγώ ήθελα να ζήσω! πάτησαν μια φωνή Τα περιστέρια. «Το χρωστούσα στη μαμά!  Ήθελα να κάνω κάτι καλό με τη ζωή μου! Αν πέθαινα ή έμενα χωρίς όνομα, μαζί μου θα χανόταν και η μαμά. Βρίσκοντας το όνομά μου, κάτι που έγινε όταν παντρεύτηκα, η μαμά μου αναστήθηκε. Η μεγαλύτερη μου ήττα θα ήταν να παραμείνω Σταχτοπούτα χωρίς ταυτότητα, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς οικογένεια.»

«Σωστά!» συμφώνησε η ενήλικη Σταχτοπούτα προσθέτοντας ότι κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να εξελιχτεί, να γίνει βασίλισσα. «Το γοβάκι μου ταίριαζε γιατί ήμουν αυθεντική. Δεν προσπαθούσα να προσποιηθώ. Οι αδερφές ήθελαν την κοινωνική θέση, γι’ αυτό πήγαν να εντυπωσιάσουν τον πρίγκιπα. Εγώ απλά ήθελα να ντυθώ όμορφα, να χορέψω, να διασκεδάσω μετά από τόσο καιρό θλίψης και δουλειάς. Το ήθελα για μένα! Όχι για τον πρίγκιπα. Το ευχαριστήθηκα και μετά έφυγα.»

Έμεινε για λίγο σκεπτική και μετά συνέχισε: «Τα περιστέρια  είναι δυνάμεις δικές μου, αλλά ταυτόχρονα με υπερβαίνουν. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω οτιδήποτε και να το πραγματοποιήσουν. Εκπλήρωναν μόνο όσα πέρασαν από κάποια έγκριση. Αν επέτρεπα στο συναίσθημά μου να καταχραστεί τις δυνάμεις μου, θα έχανα την επαφή με τη μητέρα και τις μαγικές μου δυνάμεις που πηγάζανε από εκεί.» 

«Εμένα ακόμα με ταλαιπωρεί ότι με κορόιδευαν τόσο. Γιατί το έκαναν;» γκρίνιαξε η Σταχτοπούτα παιδί.

Της απάντησαν τα περιστέρια: «Ο πατέρας ήταν πλούσιος, δούλευε πολύ, έλλειπε από το σπίτι. Δεν μπορούσε να μείνει μόνος και πίστευε ότι αν παντρευτεί μια γυναίκα με δύο κόρες, θα έχω πέρα από φροντίδα και παρέα. Ήμουν η πιο μικρή. Επηρεαζόταν όμως πολύ από τη νέα του σύζυγο, η οποία φοβόταν ότι θα έχω προτεραιότητα στην καρδιά του πατέρα μου, ότι θα κάνει διακρίσεις και θα δώσει όλη την περιουσία σε μένα. Η μητριά αρχικά ήθελε να με ξεφορτωθεί, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη και με κράτησε. Φρόντισε όμως να με μειώνει συστηματικά και έβαζε και τις κόρες της να με κοροϊδεύουν. Αυτές ήταν άβουλες και ακολουθούσαν τη μάνα τους. Αν ήμουν αγόρι, θα με έπαιρνε ο μπαμπάς μαζί του στις δουλειές. Αλλά έτσι με άφησε σπίτι μαζί με τις άλλες κοπέλες. Ήταν η μόνη λύση και πίστευε ότι τα έκανε όλα καλά. Επαναπαύτηκε.»

«Για μένα ο πατέρας δεν υπήρχε! Δεν επαναπαύτηκε, αδιαφορούσε» συνοφρυώθηκε η Σταχτοπούτα ενήλικη. «Όμως είχα την εικόνα της μάνας μου και αντλούσα από εκεί αγάπη. Έχω δεχτεί τον θάνατό της. Ίσως να μην είχα πετύχει τόσα πολλά, αν ζούσε. Από εκεί που είναι με βοηθάει να κάνω πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα κάνω αν ήτανε μαζί μου. Τα περιστέρια δεν είναι τίποτα το μεταφυσικό, είναι απλά η έντονη μου θέληση. Ήταν το κρυφό μου μυστικό. Αυτό που φαινόταν απ’ έξω ήταν η αδυναμία της μικρής θλιμμένης Σταχτοπούτας που υποχωρεί σιωπηλά. Τη θέληση να επιβιώσω και να προχωρήσω – τα περιστέρια μου – δεν τα έβλεπε η μητριά, αλλιώς θα με εξαφάνιζε. Επειδή δε με θεωρούσε απειλή και την υπηρετούσα, γι’ αυτό με κράτησε.»

«Ξέρω ποια είμαι κι έτσι δε με κλόνισε ότι μου έδωσαν παρατσούκλι. Κρύφτηκα πίσω από την αδυναμία, φόρεσα τη μάσκα της ευάλωτης.» γέλασαν τα περιστέρια ευδιάθετα.

Η ενήλικη Σταχτοπούτα πήρε αγκαζέ τις δυο της πτυχές  και σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά είπε ότι ο πατέρας της είναι αδιάφορος και οι αδερφές της προκαλούν οίκτο. Η μητριά επιτέλεσε τον σκοπό της – την πίεσε και έγινε καλύτερη. Δεν έχει καθόλου πίκρα απέναντί της. Το μόνο πρόσωπο που την ενδιαφέρει είναι ο πρίγκιπας. «Εκτιμώ ότι ξέρει τι θέλει. Μ’ αρέσει ότι επέλεξε μια γυναίκα με υπόσταση! Νιώθω να με βλέπει ως ισότιμη. Ο πατέρας σταμάτησε να με βλέπει, ήμουν γι’ αυτόν ένα σκονισμένο τίποτα, ενώ ο πρίγκιπας με αναγνώρισε ακόμα και με τις στάχτες.»

«Ο μπαμπάς με ξέχασε!» έβαλε τα κλάματα η Μικρή.

Τα περιστέρια απάντησαν: «Νομίζω ότι έμοιαζα πολύ στη μάνα μου, γι’ αυτό βόλευε τον πατέρα να μην φαίνεται το πρόσωπό μου κάτω από τις στάχτες. Του έξυνα την πληγή, του θύμιζα τη μαμά που την αγαπούσε πολύ. Προτιμούσε να μην βλέπει ότι μεγαλώνω, να είμαι το μικρό παιδάκι με τη μύξα στη μύτη. Έριξε μαύρη πέτρα στο παρελθόν για να μπορέσει να είναι καλός σύντροφος της καινούριας του γυναίκας. Βαθιά μέσα μου ξέρω ότι με αγαπούσε. Αλλά πόναγε και δεν μπορούσε να το διαχειριστεί. Δεν είχε τη δύναμη να απαιτήσει από τη δεύτερη του γυναίκα να τον δεχτεί με όσα ήδη είχε μέσα στην καρδιά του. Ίσως και να το έβαλε σαν όρο η μητριά, να σβηστούν οι μνήμες. Και ο πατέρας που δεν πίστευε ότι θα τα βγάλει πέρα με ένα κοριτσάκι μόνος του, το δέχτηκε.»

Μετά από αυτά τα λόγια εμφανίστηκε ο Πατέρας. «Σ΄ αγαπώ πάρα πολύ, περισσότερο από τη ζωή μου!» είπε στη Σταχτοπούτα. «Είσαι όμως πιο ασφαλής αν το παίξουμε σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού της μητριάς σου.»

«Έχασα τη μαμά, έχασα κι εσένα!» κλαψουρίζει η Μικρή. Ο πατέρας την παρηγορεί από μακριά.  «Είσαι ένα αξιαγάπητο πλάσμα!»

«Δυσκολεύομαι να σε πιστέψω!» συνεχίζει το κλάμα η Μικρή.

«Πίστεψε τον εαυτό σου!» της απαντάει ο Πατέρας. Διστάζει όμως να την πλησιάσει, να την αγκαλιάσει. Την κοιτάζει με αγάπη λέγοντας: «Έχεις την ομορφιά και τη σοφία της μάνας σου. Κι από μένα έχεις τον δυναμισμό, την ικανότητα να εργαστείς σκληρά, να κερδίσεις χρήματα, να πετύχεις τους στόχους σου. Είμαι περήφανος για σένα. Είσαι αυτοδημιούργητη όπως κι εγώ! Η επιτυχία σου με κάνει να νιώθω δικαίωση. Ένας λόγος που έφευγα για μέρες από το σπίτι ήταν η αμηχανία μου να διαχειριστώ την κατάσταση. Μια απαιτητική γυναίκα με δύο ατίθασα κορίτσια! Την αλλαγή στη συμπεριφορά της μετά τον γάμο που από γλυκοστάλαχτη έγινε αυταρχική και απορριπτική. Όχι όμως φανερά, απλά το αισθανόμουν. Αλλά κι εσύ δεν ήρθες ποτέ να μου παραπονεθείς. Έτσι δεν ήξερα τι να κάνω. Πολλαπλασίασα τα ταξίδια για να έχουμε περισσότερα κέρδη μπας και ικανοποιηθεί η σύζυγος και γίνει πάλι πιο τρυφερή. Αλλά το αντίθετο έγινε. Όσο πιο πλούσιοι γινόμασταν, τόσο φοβόταν μην τα πάρεις όλα εσύ…» κοίταξε τη Μικρή. «Ευτυχώς όμως κατάφερες να κάνεις τα κουρέλια χρυσό φόρεμα! Είσαι πολύ καλή επιχειρηματίας. Ενώ οι άλλες ζήτησαν φορέματα και στολίδια, εσύ ζήτησες το κλαράκι που σου έδωσε όλα όσα ήθελες.»

Με τα λόγια αυτά πήρε η Σταχτοπούτα παιδί δύναμη. Θυμήθηκε τη στιγμή που τόσο ταπεινά του ζήτησε ένα κλαράκι.  «Οτιδήποτε και να μου φέρεις, θα είναι σπουδαίο κι εγώ θα είμαι ανοιχτή να το χαρώ και να το αξιοποιήσω. Ότι και να μου δώσεις θα με βοηθήσει να συνδεθώ καλύτερα με τη μαμά και να βρω τη δύναμή μου. Δεν χρειαζόμουν κάτι συγκεκριμένο, υλικό, είχα ανάγκη από κάτι πιο ουσιαστικό. Κι εσύ μου το έδωσες! Ένα κομμένο κλαράκι που ήξερε πώς να γίνει δέντρο. Μαγικό δέντρο. Κλαράκι που είχε μέσα του τη μαγική δύναμη της ζωής.»

Στο δέντρο αυτό ενώθηκε η γη με τον ουρανό, η μάνα με τον πατέρα, η ρίζα της ύπαρξης με την ευχή για το μέλλον. «Χάρη σε αυτό τα κατάφερα!», συνειδητοποιεί τελικά η Σταχτοπούτα με μια κίνηση συμφιλίωσης και αποδοχής. «Στη φουντουκιά φωλιάσανε τα περιστέρια της θέλησής μου. Στο δέντρο της γονεϊκής αγάπης . Το δέντρο είναι οι βασική μου οικογένεια, όπου ποτέ δεν έχασα τη θέση μου. Τώρα νιώθω την αγάπη του πατέρα. Το δέντρο ήταν η παρουσία του πατέρα που έλλειπε. Με πρόσεχε ωστόσο, και ότι του ζητούσα γινόταν πραγματικότητα. Τώρα καταλαβαίνω ότι η αδιαφορία του με προστάτευε.»

«Ναι,» συμφωνεί ο πατέρας.  «Θα ήταν εύκολο να σε ερωτευτώ καθώς μεγάλωνες και έμοιαζες ολοένα και περισσότερο στη μάνα σου. Χρειάστηκε η αγάπη μου να δοθεί με άλλον τρόπο, πιο συμβολικό, πιο παραμυθένιο και σίγουρα πιο αποστασιοποιημένο.»

 

Στον κύκλο

μιλήσαμε για  τις δυο πτυχές της Σταχτοπούτας, τη Μικρή αδύναμη και τη Δυνατή, με θέληση και στόχους. Αν η Σταχτοπούτα δεν είχε εξελιχτεί, αν είχε μείνει στην ωριμότητα της μικρής, θα χρειαζόταν τον πρίγκιπα να τη βγάλει από την δυσμενή της κατάσταση, να της δώσει μια καινούρια θέση. Αν πάλι η εξέλιξή της είχε κολλήσει στη δύναμη της θέλησης, ίσως  να γινόταν μια χειριστική γυναίκα με έπαρση. Χρειαζόταν αυτές οι δύο πτυχές να αναγνωριστούν και να ισορροπήσουν μέσα της  για να μπορέσει να είναι αυθεντική κι ελεύθερη.

Τα παραμύθια διηγούνται την ιστορία από τη θέση του παιδιού. Όταν το παιδί περιγράφει τον πατέρα ως αδιάφορο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν έτσι. Μπορεί στα μάτια και στην καρδούλα του παιδιού να μην ήταν αρκετά ενθαρρυντικός, ζεστός, τρυφερός, συμπαραστατικός… Ο ίδιος όμως να έκανε πολλές θυσίες δουλεύοντας και αγωνιώντας για το παιδί του.

 

  1. αναπαράσταση – Νοέμβρης 2018 – Αθήνα   Το σκοτεινό μυστικό κρυμμένο στη σκιά της φουντουκιάς

Αναπαράσταση θρίλερ, μια μυστηριώδης και αναπάντεχη συνάντηση με τη σκιά της οικογένειας.

Ξεκίνησε με τον κλασικό τρόπο, με μια θυμωμένη Σταχτοπούτα να κατηγορεί τον πατέρα για την προδοσία. Ακολούθησε η αδέξια του προσπάθεια να απολογηθεί ότι δεν είχε αρκετή αυτοπεποίθηση να μεγαλώνει παιδιά, ότι μόνο να εργάζεται και να βγάζει χρήματα ξέρει. Το έπαιξε άβουλος και υποχείριο της νέας του γυναίκας.

Εκείνη τη στιγμή όμως μίλησε το Σκοτεινό μυστικό: «Είσαι ανειλικρινής! Δε νομίζω να κέρδισες τα χρήματα με τίμιο τρόπο! Νιώθω κάτι ύποπτο σε όλη την ιστορία!»

Ο Πατέρας κοντοστάθηκε: «Εδώ που τα λες μάλλον έχεις δίκιο, δεν είμαι και πολύ νοικοκύρης αν κρίνω από την ευκολία με την οποία έκοψα την αχλαδιά και έκανα φύλο και φτερό τον περιστερώνα. Αλλά τα χρήματά μου είναι δική μου υπόθεση και δεν πρόκειται να δώσω σε κανέναν λογαριασμό! Δε με βλέπω και ιδιαίτερα παραγωγικό. Ίσως τα χρήματα ήταν της μακαρίτισσας γυναίκας μου…»

Χαμός. Όλες οι Σταχτοπούτες αναστατωμένες! Η θυμωμένη Σταχτοπούτα ωρύεται και μια άλλη, η ορφανή, κλαίει δίπλα στον τάφο. Εμφανίζεται η Σταχτοπούτα υπεράνω η οποία δε βλέπει τον πατέρα κι έτσι δεν έχει θυμό απέναντί του. «Κάτι μαγικό συνέβη μέσα μου όταν υποσχέθηκα στη μάνα πως θα είμαι πάντα καλή. Δεν με ενοχλούσε η συμπεριφορά των αδερφών και της μητριάς. Όλη η κακία τους σα να γλίστραγε πάνω μου. Αντίθετα, όσο πιο σκληρές ήταν απέναντί μου, τόσο μπορούσα να εξασκηθώ στην καλοσύνη κι ένιωθα τη μαμά κοντά μου και ότι είναι περήφανη για μένα. Επέλεξα να είμαι έτσι κι αυτό με έκανε να νιώθω δυνατή. Μου έδωσε πίστη, ήξερα ότι θα πάνε τα πράγματα καλά για μένα. Θα έχω όλα όσα θέλω, δε θα μείνω για πάντα στις στάχτες. Περίμενα τη στιγμή μου. Ο πρίγκιπας για μένα δεν είναι ένα άλλο πρόσωπο, συμβολίζει την εσωτερική μου αρσενική πλευρά. Δε μου λέει κάτι ο γάμος και το παλάτι.» λέει και το βλέμμα της γεμάτο πνευματικότητα χάνεται στο υπερπέραν.

Η θυμωμένη Σταχτοπούτα νευριάζει. «Ζεις στα σύννεφα! Ενώ οι δυο μέγαιρες κόβουν δάχτυλα για να χωρέσουν στα παπούτσια σου! Μην το παίζεις υπεράνω, ξέρω πόσο τον θέλεις τον πρίγκιπα!»  Και συνεχίζει με αποδοκιμαστικά σχόλια για τον πρίγκιπα ότι δεν την αναγνώρισε αμέσως. «Χρειάστηκε να του πουν τα πουλάκια ότι οι δύο πρώτες επιλογές του ήταν άσχετες…!»

Και η φουντουκιά σιγοντάρει: «Όλη τη μέρα έκλαιγες στα πόδια μου και τώρα το παριστάνεις άνετη!»

Η μάνα της Σταχτοπούτας αναρωτιέται τι οδήγησε τις αδερφές να αυτοτραυματιστούν. «Τόσο πολύ ήθελαν τον πρίγκιπα;» λέει με αφέλεια.

Η φουντουκιά αγανακτεί. «Εκείνες σκέφτεσαι κι όχι εμένα! Είσαι τόσο ανιδιοτελής που δεν ξέρεις πια τι σου γίνεται! Και δυστυχώς έβαλες κι εμένα σε αυτό το μονοπάτι! Η μόνη αυθεντική είναι η μητριά. Θυσιάζει τα πάντα στο βωμό του χρήματος, πατάει επί πτωμάτων, αλλά είναι τουλάχιστον ο εαυτός της! Όσο για τον πατέρα, πάντα είχα άγχος μη με κόψει με το τσεκούρι!»

Ξαναμιλάει το Σκοτεινό μυστικό με σοβαρό ύφος: «Είμαι κάτι σαν θεία δίκη. Δεν βλέπετε ότι κάποιον εκπροσωπεί το δέντρο; Κοιτάξτε τις ρίζες του, αλλιώς θα χάσετε τα μάτια σας! Όπως οι αδερφές. Το κλαδί το ζήτησε από τον πατέρα, το πότιζε με τις επιθυμίες της και τις θλίψεις της…»

Η Σταχτοπούτα παρατηρεί τη φουντουκιά και λέει: «Σε αγαπώ, αλλά με θυμώνεις, με καταπιέζεις. Μου δίνεις δώρα μόνο όταν είμαι καλή.» Διαπιστώνει ότι η φουντουκιά έχει να κάνει με τη θέλησή της, με τις αρσενικές της δυνάμεις, οι οποίες είναι πολύτιμες, αλλά τη μπλοκάρουν κιόλας. Ξαφνικά κατακλύζεται από έντονα συναισθήματα  όπου το ένα διαδέχεται το άλλο. Ο θυμός γίνεται φόβος. Τρόμος. Πάγωμα.  «Θα μπορούσα να σκοτώσω τον πατέρα μου… τόσο πολύ θυμό έχω!» Και συνεχίζει με σιγανή φωνή: «Δημιούργησα το δέντρο για να με προστατεύει μιας και δεν το έκανε ο πατέρας. Φοβάμαι αυτό που δημιούργησα, γιατί δεν ξέρω αν μπορώ να το ελέγξω. Πέρα από διεκδικητική θα μπορούσα να είμαι και εκδικητική.»

Το Σκοτεινό μυστικό  επεμβαίνει για άλλη μια φορά  λέγοντας ότι το παραμύθι επικαλύπτει μια  άλλη ιστορία,  πιο παλιά, που δεν τη γνωρίζει η Σταχτοπούτα.

Και τότε ο Πατέρας, μασώντας τα λόγια του διηγείται ότι την πρώτη του σύζυγο την παντρεύτηκε για την προίκα της, είχε πολύ περιουσία. Αποκάλυψε, ότι ήταν ερωτευμένος με την άλλη γυναίκα που ήταν φτωχή και είχαν ήδη μαζί δύο κόρες. Συντηρούσε  δύο οικογένειες…  «Τη Σταχτοπούτα δεν την αγαπούσα όσο τις άλλες δύο που τις θεωρούσα περισσότερο δικές μου γιατί γεννήθηκαν από έρωτα. Με την τρίτη κόρη πάντα ένιωθα άβολα… Ήθελα να ξεχάσω το παρελθόν, έτσι έχασε κι εκείνη το όνομά της.»

Μετά συνέχισε με σκυμμένο το κεφάλι: «Νιώθω να μην ήταν τυχαίος ο θάνατος της γυναίκας μου, αν και δεν θέλω να το παραδεχτώ. Ήμουν πολύ άβουλος και δειλός… Θα πω ότι δεν ήξερα τι συμβαίνει, αν και κάτι μέσα μου είχε υποψίες…»

Το Σκοτεινό μυστικό επιβεβαιώνει τη δολοπλοκία εις βάρος της μητέρας της Σταχτοπούτας, όπου ο πατέρας ήταν και δράστης και θύμα. Αποκάλυψε τη σταδιακή δηλητηρίασή της με βότανο που την έκανε να χάνει την όρεξή της και τις δυνάμεις της, την αρρώστησε. Ένα χρόνο έλιωνε σιγά σιγά και μετά πέθανε.

Η Σταχτοπούτα ακούει εμβρόντητη. Αρχίζει να καταλαβαίνει τα συναισθήματά της, να κατανοεί τις πτυχές της: Το  ορφανό παιδί  που αγαπάει τον μπαμπά, αλλά τον μισεί ταυτόχρονα επειδή του στέρησε τη μητέρα. Του στέρησε τα πάντα. Ήταν μόλις 3 χρονών. Εκεί ήταν, το έβλεπε, αλλά δεν καταλάβαινε. Τώρα το συνειδητοποίησε. Είχε μέσα τόσο πολύ θυμό απέναντι στην πατέρα της που θα μπορούσε να τον σκοτώσει. Έτσι δημιούργησε την ατάραχη Υπεράνω πτυχή που εκφραζόταν μόνο με πνευματικό τρόπο. Για να αντέξει… Κατανόησε τη Σταχτοπούτα που έκλαιγε δίπλα στον τάφο και ήθελε να ακολουθήσει τη μάνα της, να πεθάνει κι αυτή. Άκουσε το μουρμουρητό της Σκιάς της φουντουκιάς που αμφισβητούσε τα πάντα λέγοντας ότι όλα είναι όνειρο, μια πλάνη. Πως η Σταχτοπούτα ποτέ δε μεγάλωσε, δε παντρεύτηκε, αλλά συνέχισε να πηγαίνει στον τάφο και να κλαίει τη μοίρα της. Ότι όλα τα υπόλοιπα ήταν μόνο μια φαντασίωση. Ότι έπλαθε μια φανταστική ιστορία για να ξεχνάει τη σκληρή πραγματικότητα.

Μετά εμφανίζεται η Σταχτοπούτα μωρό λέγοντας: «Αγαπώ τη μαμά μου και τον μπαμπά μου! Τους έχω μέσα μου, δεν θα υπήρχα χωρίς αυτούς. Δε με νοιάζει τι έκανε ο πατέρας μου…  Δε με αφορά τι είχαν μεταξύ τους. Ζω χάρη στην ερωτική στιγμή που μοιράστηκαν και έγινε η σύλληψή μου!» Κουρνιάζει στην αγκαλιά της μάνας  της, η οποία της ψιθυρίζει τρυφερά: «Δεν είναι δουλειά σου να αποδόσεις τη δικαιοσύνη. Μπορείς να μας αγαπάς και τους δύο!» Πολύ ανακουφιστικό!

Οι δύο γονείς κοιτάζονται.  Ο Πατέρας λέει:  «Δεν σε παντρεύτηκα από αγάπη. Ήμουν ερωτευμένος με την άλλη μου γυναίκα, που στην πραγματικότητα δεν ήταν δεύτερη, αλλά πρώτη – και χρονικά και στην καρδιά μου.»

«Το καταλάβαινα και γι’ αυτό έλιωνα.» απαντάει η Μάνα.

«Δε μπορώ ούτε να ζητήσω συγνώμη, μιας και έκανα αυτό που ήθελα. Αλλά καταλαβαίνω ότι δεν ήταν σωστό!» παραδέχεται ο Πατέρας.

Η Μάνα τον κοιτάζει με ηρεμία και καλοσύνη: «Έτσι είναι η ζωή. Δεν επιλέγουμε ποιον θα ερωτευτούμε. Είναι κάτι μεγαλύτερο από εμάς.»

Ο Πατέρας  βουρκώνει: «Με συγκινείς. Είχες  μια αγγελική ψυχή, γεμάτη κατανόηση. Ήσουν πάντα καλή, γι’ αυτό και το ζήτησες από την κόρη μας. Ήσουν τόσο διαφορετική από εμένα!  Ένας λόγος που δεν μπορούσα να ήμουν μαζί σου ήταν ότι δεν άντεχα τη μεγαλοψυχία σου. Η δεύτερη γυναίκα μου ταίριαζε περισσότερο. Ένιωθα έρωτα και πάθος, με έλεγχε. Χάρηκα όταν παντρευτήκαμε και μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Νιώθω μικρός μπροστά σου. Θέλω η κόρη να φύγει από την οικογένεια μας και να βρεθεί σε περιβάλλον όχι πιο πλούσιο υλικά, αλλά ανώτερο πνευματικά. Έχετε βασιλικές ρίζες οι δυο σας, ενώ εμείς οι υπόλοιποι όχι…»

«Μόνο όποιος συνειδητοποιεί τη Σκιά του μπορεί να προχωρήσει σε κάτι πιο ολοκληρωμένο. Μην απαρνιέσαι αυτό που είσαι!» του απαντάει η Μάνα. «Μη νιώθεις ενοχές. Δεν μπορείς να αλλάξεις τη φύση σου, το μόνο που γίνεται είναι, να δώσεις συγχώρεση στον εαυτό σου.»

Η φουντουκιά διαμαρτύρεται ότι η μάνα συγχώρεσε τον πατέρα. Την κατηγορεί για μια αφύσικη μεγαλοψυχία. «Αφού τα καταλαβαίνεις όλα τόσο καλά, δεν έπρεπε να αφήσεις την κατάσταση να φτάσει τόσο μακριά!  Έπρεπε να τον παρατήσεις και να φύγεις με την κόρη σου! Έμεινες και θυσιάστηκες για να τον εκδικηθείς φορτώνοντάς τον ενοχές! Για την κόρη σου δε νοιάστηκες! Κατάλαβες πόσο με έβλαψες;»

«Δεν περίμενα ότι θα πέθαινα.» εξηγεί η Μάνα.  «Νόμιζα ότι θα περάσει η αρρώστια. Δεν ήξερα ότι υπήρχε το δηλητήριο. Αργότερα συνειδητοποίησα την κατάσταση, αλλά ήταν ήδη αργά. Παρ’ όλα αυτά τους συγχωρώ!»

Η Σταχτοπούτα ξεπερνάει το θυμό και μαζεύει τα κομμάτια της αποφασισμένη να πάρει τη ζωή στα χέρια της. «Ότι επιλογές και να έκαναν οι γονείς μου, εγώ πρέπει να είμαι ο εαυτός μου!»

«Θα αναζητήσεις τον πρίγκιπα;» τη ρωτάει ο Πατέρας.

«Θα δω τι θα κάνω… Δεν ξέρω αν θέλω να δω τον πρίγκιπα.» του απαντάει συνοφρυωμένη. Και στον αέρα πλανιέται η ερώτηση: Πώς να τον εμπιστευτώ; Πώς να εμπιστευτώ οποιονδήποτε άντρα τη στιγμή που ο πατέρας μου έχει σκοτώσει τη μάνα μου…;

Ο μετανιωμένος Πατέρας την κοιτάζει στα μάτια: «Το πάθος μου ήταν πιο δυνατό από τη συνείδησή μου. Με κυρίευσε. Εσύ όμως είσαι αλλιώς, μπορείς να κάνεις μια σχέση δημιουργική κι όχι καταστρεπτική! Εμπιστεύσου την αγάπη, αλλά μην χάσεις τις αξίες σου. Μακάρι κι εγώ να είχα διευρύνει την καρδιά μου για να χωρούσαν όλοι…»

Στον κύκλο μοιράσματος  φάνηκε πως οι γυναίκες που εκπροσωπούσαν πτυχές της Σταχτοπούτας, ήταν από χωρισμένες οικογένειες με απόντες  πατεράδες.

Συζητήσαμε για τη μεγαλοψυχία, μια αρετή που πρέπει να συνοδεύεται από αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό. Η  ισορροπία είναι λεπτή. Χάνοντας την αξιοπρέπειά σου γίνεσαι θύμα και θυμώνεις τους άλλους που σταματούν να βλέπουν τη συμπεριφορά σου ως ευγένεια ή γενναιοδωρία, αλλά ως κατάντια.

Όποιος μπορεί να δει και να αποδεχτεί τη σκιά του, διευρύνει τον εαυτό του και ανακαλύπτει ότι πέρα από θύμα είναι και δράστης. Μπορεί να χωρέσει την αλήθεια αυτή, μιας και η αγάπη τα χωράει όλα. Να συγχωρήσει τον εαυτό του και να επανορθώσει, όπου χρειάζεται και είναι δυνατόν.

Για κάποιον όμως, που έχοντας μια απόλυτη αντίληψή του καλού και του κακού δυσκολεύεται να συγχωρήσει, είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει αυτούς που το κάνουν…

Για πρώτη φορά σε αναπαράσταση της Σταχτοπούτας εμφανίστηκε το έγκλημα σε βάρος της μητέρας της. Μας θύμισε ότι όλοι ίσως να κουβαλάμε διάφορα σκοτεινά μυστικά από το παρελθόν των προγόνων μας που πέρασαν πολλά και επιβίωσαν μέσα από πολέμους, καταστροφές και κακουχίες. Μπορεί να επιβίωσαν εις βάρος άλλων… Μπορεί να ωφελήθηκαν εις βάρος  άλλων…

Ακόμα κι έτσι όμως καλούμαστε να αναλάβουμε την ευθύνη για τη δική μας ζωή, για τη δική μας εξέλιξη. Να αποδεχτούμε το παρελθόν ως κάτι που δε γίνεται ν’ αλλάξουμε, μα ούτε και να το κατανοήσουμε πλήρως.

 

Επίλογος

Στις αναπαραστάσεις ξεπρόβαλαν «από τα τρία μαγικά φουντούκια» τα εξής συμπεράσματα:

– Δε γίνεται μια κοπέλα να είναι πάντα καλή και πονετική, γιατί το κόστος είναι πολύ υψηλό: χάνει έτσι την αυθεντικότητά της και διακόπτει της προσωπική της ανάπτυξη. Είναι απαραίτητο να βιώνει όλα τα συναισθήματά της, να τα εκφράζει και μετά να τα αφήνει να φύγουν.

– Εάν δεν έχει τακτοποιηθεί η σχέση με τον πατέρα, ο πρίγκιπας μπορεί να τριγυρνάει με το γοβάκι από εδώ κι από εκεί, ενώ η Σταχτοπούτα να του κρύβεται, χωμένη στον περιστερώνα ή στα κλαδιά της αχλαδιάς.

Η σκιά της Σταχτοπούτας είναι η οδυνηρή της αμφιβολία αν έχουν πραγματικά συμβεί όλα όσα λέει το παραμύθι ή μήπως δεν έγιναν ποτέ, παρά μόνο στη φαντασίας της… Όπως και να’ χει, χρειάζεται να θυμηθεί το αληθινό της όνομα, πως τη λέγανε πριν γίνει Σταχτοπούτα. Είναι σημαντικό να ανακτήσει την ταυτότητά της. Να αποχαιρετήσει τον θλιβερό κόσμο στη σκιά της φουντουκιάς, όπου ζούσε ως «το καλό και υπάκουο κοριτσάκι της μανούλας» και να γίνει ο εαυτός της.