Τα Τρία Γουρουνάκια

Υπάρχουν διάφορες εκδοχές αυτού του δημοφιλούς παραμυθιού, από τις οποίες έχει επικρατήσει η πιο απλουστευμένη. Εκεί, για να προστατευτούν τα παιδιά από τις πιο τρομακτικές σκηνές, ο λύκος δεν καταφέρνει να φάει κανένα γουρουνάκι. Το μικρότερο έτρεξε στο σπιτάκι του μεσαίου και μετά παρέα έτρεξαν στο μεγαλύτερο και σώθηκαν όλα. Επίσης έχουν αφαιρεθεί οι υπόλοιπες περιγραφές πως το μεγάλο γουρουνάκι ξεγελάει τον λύκο.

Στην αναπαράσταση βασιστήκαμε στην εκδοχή του Joseph Jacobs, η οποία τυπώθηκε το 1890. Το παραμύθι είναι πάντως πολύ παλαιότερο.

Τι κρύβεται στο παραμύθι;

Το παραμύθι μπορούμε να το δούμε με πολλούς τρόπους.  Στην ψυχολογική του διάσταση περιγράφει την απομάκρυνση του παιδιού από το προστατευτικό γονεϊκό περιβάλλον και την προσπάθεια του να αυτονομηθεί και να αντιμετωπίσει τη ζωή του…. Υπάρχει  και η κοινωνιολογική του διάσταση:  Ίσως  να περιγράφει γενικότερα την εξέλιξη των ανθρώπων, του τρόπου με τον οποίον προστάτευαν τον εαυτό τους από τις καιρικές συνθήκες και από τους κινδύνους της άγριας φύσης. Αυτές οι αλλαγές στα «σπιτάκια» μας, από απλά καταφύγια σε κτίρια και παλάτια, φέρνουνε σίγουρα και αλλαγές στην αντίληψη του γύρω κόσμου, στον τρόπο ζωής και στο σύστημα αξιών μας…

Μας  γεννήθηκαν  διάφορες απορίες: Ήταν τα γουρουνάκια πραγματικά τρία; Τι  συμβολίζουν τα σπιτάκια; Ποιος είναι τελικά ο ΛΥΚΟΣ;

 

 

  1. αναπαράσταση (2013)           Δημιουργώντας τον Λύκο

Το πρώτο συναίσθημα που εξεφράσθη ήταν ο θυμός για την ανευθυνότητα της μάνας που αφήνει τα μικρά, ανώριμα ακόμα παιδιά να φύγουν από το σπίτι. Και πράγματι, ο εκπρόσωπος του Μικρότερου είναι σε πανικό «Μη με αφήσετε μόνο μου!» Και το Μεσαίο γουρουνάκι είναι φοβισμένο, αλλά πιο ισορροπημένο από το πρώτο. Το Μεγάλο γουρουνάκι το βρήκαμε σε φάση όπου είχε ήδη βράσει το λύκο  στο καζάνι και κάθεται μόνο του στο σπίτι του και βαριέται.

Επίσης προέκυψε και μια άλλη εκδοχή, το Γουρουνάκι που ψάχνει τρόπο να φτιάξει σπιτάκι να προστατευτεί, αλλά δεν τα καταφέρνει. Νιώθει ωριμότερο από τα δύο μικρότερα, αλλά ανίκανο να βάλει τα όρια του. Τότε εμφανίστηκε ο Λύκος: «Θέλω να γκρεμίσω και το τρίτο σπιτάκι! Θέλω το μεγάλο γουρουνάκι να με προσέξει και να με δεχτεί! Θέλω την προσοχή και την αποδοχή όλων! Γιατί με φοβάστε;; Δε με ξέρετε ποιος είμαι μέσα μου!»

Ξεπροβάλλει το Γουρουνάκι στο επόμενο βήμα, αφού βρήκε σύντροφο και νόημα για τη ζωή του. Μαζί με τη Γουρουνίτσα υποστηρίζουν ότι ο «λύκος» πρέπει να συγχωνευτεί, όχι να διωχθεί ή να σκοτωθεί.

Εκφράστηκε μια άποψη ότι «Το λάθος το έκαναν τα γουρουνάκια – χτίζοντας σπιτάκια, αποκλείστηκαν από την προστατευτική αγκαλιά της φύσης – απομονώθηκαν κι εκτέθηκαν στο φόβο – λύκο. Τα ίδια τον δημιούργησαν. Ο λύκος ήρθε πάντα αφού είχαν χτίσει και εγκατασταθεί στα σπιτάκια τους!

«Ο λύκος είναι ο φόβος, ο πόνος, οι δυσκολίες.» προσθέτει μια γυναίκα. «Κινδυνεύουμε να δώσουμε όλη την προσοχή μας στο να σκοτώσουμε τον λύκο ή να προστατευτούμε από αυτόν και χάνουμε τον χρόνο και την ευκαιρία να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας και την αποστολή μας.»

«Το σπιτάκι είναι τα όρια ανάμεσα σε μένα και τον γύρω κόσμο» αναφέρει ένα άλλο άτομο. «Και δεν χρειάζεται να αναβάλουμε την χαρά προσπαθώντας πρώτα να χτίσουμε και να τελειοποιήσουμε ένα παλατάκι. Μια χαρά μπορεί να είναι και το ξύλινο, αρκεί να μπορέσουμε να το υποστηρίξουμε βάζοντας τα όρια μας!»

 

  1. αναπαράσταση (2015)    Πώς μας άφησε έτσι η μάνα;

Ξεκινάμε με μια αίσθηση ταραχής  για τις απώλειες και για το πως αντέδρασαν τα μεγαλύτερα γουρουνάκια όταν φαγώθηκε το μικρούλι. Εμφανίζεται η Μαμά, νιώθει απογοητευμένη ότι τα γουρουνάκια φέρθηκαν τόσο ανόητα. Το Μεγαλύτερο απαντά ότι δεν είναι ανόητο, δημιούργησε εμπειρία.

Ένας άντρας αναφέρει: «Νιώθω πολύ γεμάτος, το άκουσα σαν μια ταινία δράσης, μ’ αρέσει ότι αποχωρίστηκαν τη μάνα τους και έφυγαν, μ’ άρεσε η πορεία τους, το κτίσιμο… Σαν να έγιναν όλα όπως έπρεπε.» (Ας τον ονομάσουμε Παρατηρητής. Θα μπορούσε να είναι και ο Πατέρας…)

Προσέξαμε ότι στο πρώτο μέρος του παραμυθιού ο χρόνος  έχει άλλη σημασία. Ενώ τα δύο μεγαλύτερα γουρουνάκια απομακρύνονται σφυρίζοντας αμέριμνα, ο λύκος ήδη παραμονεύει να γκρεμίσει το αχυρένιο σπιτάκι. Γιατί πάντα ο λύκος εμφανίζεται μόλις το σπιτάκι ολοκληρωθεί; Γιατί δεν ορμάει στα γουρουνάκια ενώ αυτά περπατούν στο δρόμο ή χτίζουν;

Στο δεύτερο μέρος ο χρόνος γίνεται πολύ ακριβής, «μία ώρα νωρίτερα»… Το τρίτο γουρουνάκι έχει φύγει από τον «άχρονο χρόνο» της παιδικότητας, έχει πια τη δυνατότητα να προβλέψει και επίσης διαθέτει αυτοκυριαρχία.

Ακούστηκε ένα παράπονο: «Το πιο μεγάλο θα μπορούσε να είχε βοηθήσει τα άλλα δύο! Μέσα από τις εμπειρίες των αδερφών του εξασφάλισε καλύτερα τη ζωή του!».

Ο Παρατηρητής: «Ο λύκος μου μοιάζει σαν ένας εκπαιδευτής, ένα κομμάτι που προέρχεται από τα γουρουνάκια, τα διδάσκει και στο τέλος θυσιάζεται προς χάρη της εμπειρίας, της εκπαίδευσης του ενός γουρουνιού. Όλοι μαζί αποτελούν ένα ον, το οποίο τελικά επιβιώνει και θριαμβεύει. Τι νίκησε, τι κέρδισε τελικά το μεγάλο γουρουνάκι; Το θέμα μου δεν είναι ποιος είναι ο λύκος, αλλά ποια είναι η νίκη…;;»

Μία γυναίκα μίλησε για τους παιδικούς της εφιάλτες, στους οποίους έβλεπε λύκο και ξύπναγε έντρομη. Στην προτροπή να αφουγκραστεί το παιδάκι μέσα της και να αναρωτηθεί τι θα μπορούσε να συμβολίζει ο λύκος απάντησε: «Το αρσενικό που έλλειπε από το σπίτι, ο πατέρας μου, προφανώς.»

Και πράγματι, ο πατέρας λείπει από την ιστορία… Η μητέρα θεωρούσε τα παιδιά ώριμα να φύγουν από το σπίτι. Διαμαρτυρία: «Τι  εφόδια τους έδωσε; Δεν ήταν ικανή να καταλάβει ότι δεν ήταν το ίδιο έτοιμα και τα τρία;» Και σύντομα προσωποποιήθηκε:  «Πού ήσουν μαμά όταν με έτρωγε ο λύκος;»

«Ο λύκος για μένα μπορεί να είναι και μια ριψοκίνδυνη επένδυση, την οποία θέλω να κάνω αλλά ταυτόχρονα και φοβάμαι. Ποτέ δεν ξέρεις ποιο γουρουνάκι είσαι… αν η κίνησή σου θα σε δικαιώσει η θα σε καταστρέψει! Αυτό φέρνει μια ακινησία, ή μία αναβολή αφήνοντας να περνούν οι καταστάσεις και παρατηρώντας τι γίνεται γύρω μου… Ο λύκος που απειλεί μπορεί να είναι μια αποτυχία γενικά.» αναφέρει ένας άλλος άντρας.

«Ο λύκος είναι παντού! Το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε να είμαστε σε θέση να τον αντιμετωπίσουμε! Το τελευταίο γουρουνάκι διασκέδαζε με την απειλή. Είχε πολύ αυτοπεποίθηση και πίστη.»

Το πρώτο γουρουνάκι δεν είχε καθόλου συνείδηση της ύπαρξης του λύκου, το δεύτερο την είχε, αλλά δεν ήξερε ακριβώς πώς να προστατευτεί, ενώ το τρίτο ήταν σίγουρο ότι σε μία αναμέτρηση με τον λύκο μπορεί να βγει από πάνω. Αυτή ήταν η διαφορά στην ωριμότητά τους, όχι το γεγονός πόσο ικανά ήταν να δουλέψουν σκληρά. Η ικανότητά τους να αντιληφθούν τον λύκο, δηλαδή μια δύναμη που μπορεί να αμφισβητήσει, να γκρεμίσει ότι εκείνα δημιουργούν.

Ο λύκος νιώθει ικανοποιημένος, περήφανος.

Υπάρχει μια αίσθηση αδικίας απέναντι στο μεγαλύτερο γουρουνάκι, γιατί ήταν πιο ικανό και πιο τυχερό. Ο λύκος λέει: Μην κρίνετε την έκβαση του πολέμου από τις δύο πρώτες χαμένες μάχες. Σημασία δεν έχει πως ξεκινάει ένας πόλεμος, αλλά πως τελειώνει.

Η συντονίστρια: «Σαν να νιώθετε ότι το Τρίτο γουρουνάκι επικράτησε ή τα κατάφερε εις βάρος των δύο προηγούμενων. Ίσως είναι ένα μόνο γουρουνάκι σε τρία διαφορετικά στάδια. Μικρή αγαπούσα το παραμύθι και ταυτιζόμουν τόσο με το μικρότερο γουρουνάκι που απολάμβανε την προστασία των μεγαλύτερων, όσο και με το μεγάλο. Φαντασιωνόμουν ότι μπορώ με την εργατικότητά μου και με την εξυπνάδα μου να σώσω άλλους. Πόσο χώρο έχει ο καθένας μέσα στο σπιτάκι του να το ανοίξει να συμπαρασταθεί στα αδέρφια του; Τελικά το παραμύθι αυτό είναι πολύ επίκαιρο, με το κύμα των μεταναστών… Ο λύκος είναι μέσα σε κάθε σπίτι και μέσα σε κάθε γουρουνάκι… Ο λύκος μπορεί να είναι μια κακοτυχία, μια δυσκολία, μια αρρώστια, ένας πόλεμος, ένας εμφύλιος, μια ανταλλαγή πληθυσμών… Το σπιτάκι μας είναι όλη η ζωή μας.»

Το Μικρό γουρουνάκι ζητάει απεγνωσμένα τη μαμά του. (Η γυναίκα που το εκπροσωπεί δεν έχει αποχωριστεί ποτέ τη μαμά της, ακόμα ζουν στο ίδιο σπίτι.)

Ο Παρατηρητής: «Ο λύκος ήταν ένα δημιούργημα του γουρουνιού. Αυτό που με λυπεί πολύ είναι ότι στην πορεία κάναμε τον λύκο σκύλο. Ενώ μπορούμε να εκπαιδευτούμε σε δύσκολους στόχους, να βελτιώσουμε τον εαυτό μας σε υψηλό βαθμό, έχουμε τον πήχη πολύ χαμηλά. Θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μέσα μας όχι λύκο, αλλά ακόμα και δράκο. Αλλά δεν το κάνουμε. Επιλέγουμε να ταυτιστούμε με ένα εξημερωμένο υπάκουο χαϊδεμένο σκύλο και να φοβόμαστε τον λύκο.» Μια άλλη γυναίκα συμπληρώνει: «Το ίδιο κάνουμε και στα παιδιά μας. Φοβόμαστε να τα αφήσουμε ελεύθερα, τα υπερπροστατεύουμε.»

Ο Λύκος νιώθει πολύ υπέροχα και ελεύθερα. Νιώθει να βιώνει τη φύση του, χωρίς να είναι απειλητικός. «Επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσω όλα τα ένστικτά μου.»  Στη Μητέρα αρέσει πολύ ο Λύκος, δεν καταλαβαίνει γιατί να τον φοβούνται τόσο τα παιδιά. Τα «διώχνει» λίγο απότομα από το σπίτι της. («Ανοίγω την πόρτα και σας δίνω μια κλωτσιά. Αρκετά μεγαλώσατε!») Της προτείνω να κάτσει δίπλα στον λύκο και να τους τον συστήσει. «Μην τον φοβάστε! Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρετε!»

«Εγώ συνεχίζω όμως να τον φοβάμαι τον λύκο. Θα με φάει! Είμαι σε πανικό, σχεδόν νιώθω να μου κόβει τις σάρκες.» λέει μια πτυχή, ο Φόβος.  Η συντονίστρια την προτρέπει να ενεργοποιήσει μέσα της το κομμάτι του λύκου όπως το έκανε το μεγάλο της αδερφάκι. Να αρχίσει να σκέφτεται σαν τον λύκο, να είναι ένα βήμα μπροστά… Απαντάει ότι πιστεύει ότι δεν έχει το χάρισμα να αντισταθεί, είναι η μοίρα του να φαγωθεί. «Ο λύκος είναι ο ίδιος μου ο φόβος.  Δεν θέλω τέτοια εμπειρία, θέλω να  πεθάνω πριν τον συναντήσω και με φάει. Ποτέ δεν θα  μπορέσω να γίνω σαν το μεγάλο μου αδερφό!»

«Αν πιστεύεις ότι δεν μπορείς, τότε δεν μπορείς! Είναι όμως σαν το αμάξι σου να έχει 6 ταχύτητες κι εσύ να κινείσαι μόνο με την όπισθεν!» απαντάει η συντονίστρια. Η Πτυχή του φόβου προσπαθεί να αλλάξει θέση για να νιώσει καλύτερα. Αλλά όσο απομακρύνεται από τον λύκο, τόσο χειροτερεύει η κατάστασή της. Ο λύκος από την απόσταση διογκώνεται, μυθοποιείται. Η συντονίστρια την προτρέπει να πάει κοντά του για να δει τις πραγματικές του διαστάσεις. Το κάνει και νιώθει να κομματιάζεται, να την κατασπαράζει ο λύκος. Δεν του αντιστέκεται όμως. Νιώθει να χάθηκε, να είναι ένα κουφάρι. Κάτι σαν να της ρούφηξε όλη την ενέργεια, όλη την προσωπικότητά της.

Ο λύκος την κοιτάζει αποσβολωμένος.  «Ποιος δίνει την εντολή να φαγωθείς;» Μοιάζει να χρησιμοποιεί τον λύκο για να καταστρέψει τον εαυτό της η ίδια. Καθώς περνάει ο χρόνος συνειδητοποιεί ότι είναι έμβρυο… Νιώθει να χάθηκε. Πιθανόν να είναι ένα ενεργειακό αποτύπωμα μιας κύησης με περισσότερα έμβρυα από τα οποία το ένα απεβίωσε, αφήνοντας περισσότερο χώρο στο αδερφάκι του. Αφομοιώνεται και στηρίζει τη ζωή.  «Φαγωμένη» νιώθει πιο ελεύθερη παρά να διεκδικήσει την ύπαρξή της.

Ο λύκος νιώθει καθηλωμένος. Η κατάστασή της τον δένει, σαν να υπάρχει ομφάλιος λώρος, έρχεται και κάθεται δίπλα της. Αυτό την δυναμώνει.

Παράλληλα μοιράζονται και άλλα άτομα τις σκέψεις τους: «Αν τα γουρουνάκια  είχαν τον μπαμπά τους, ίσως να ήταν πιο προετοιμασμένα. Το αρσενικό στοιχείο είναι αυτό που βοηθάει τα παιδιά να βάλουν τα όρια τους και να αντιμετωπίσουν τον έξω κόσμο.»

«Πρέπει να σταματήσουμε να ρίχνουμε ευθύνες στους γονείς για τον τρόπο που μας έσπρωξαν στη ζωή όποτε νιώθουμε ότι δεν είμαστε ικανοί να αναμετρηθούμε με τον «λύκο της ζωής»!»

Μία γυναίκα λέει: «Γίνομαι ένα υπερπολυτελέστατο  σπιτάκι, με σάουνα και πισίνα, που χτίστηκε για να μην βλέπουμε τις δυσάρεστες πλευρές της ζωής. Είμαι ένα παλατάκι, μια ψευδαίσθηση..»

Το Μικρό γουρουνάκι συνεχίζει να νιώθει θυμό απέναντι στη μάνα του, αλλά δεν το εκφράζει και ο θυμός αυτός μεταφέρεται σε άλλους … Η συντονίστρια το παροτρύνει να μιλήσει και τότε αυτό γυρίζει προς τη μητέρα του και δηλώνει: «Ποτέ δεν ασχολήθηκες μαζί μας! Δεν με εφοδίασες αρκετά! Δεν είσαι άξια να είσαι η μάνα μου!»  Όμως αυτή η απαξίωση της μητέρας οδηγεί στην απαξίωση του ίδιου του εαυτού, το καθηλώνει στην αυτοαπόρριψη, στη μη αναγνώριση της δύναμής του.

Η συντονίστρια το ρωτάει: «Ποιος  μπορεί να κρίνει αν ο μαθητής είναι έτοιμος, ο μαθητής ή ο δάσκαλός του; Μερικές φορές ο δάσκαλος, βλέποντας τις επιδώσεις του μαθητή και ταυτόχρονα την τεράστια του έλλειψη αυτοπεποίθησης, τον παροτρύνει με μια κλωτσιά… »  «Μα χάθηκαν δύο παιδιά, από κει φαίνεται πόσο καλή δουλειά έκανε!» απαντάει με πίκρα. Είναι φανερό ότι αν το δούμε κυριολεκτικά, ότι ήταν τρία παιδιά από τα οποία μόνο ένα τα κατάφερε, θα υπάρχει αίσθηση αδικίας. Μόνο αν το δούμε σαν τρία εξελικτικά στάδια μέσα στον κάθε άνθρωπο, δηλαδή την παιδική, την εφηβική και την ενήλικη του πτυχή, τότε μπορούμε να δεχτούμε ότι όλα έγιναν με τον καλύτερο τρόπο. Η επιλογή μας τι στάση θα πάρουμε ορίζει και το συναίσθημά μας. Μπορούμε την κλωτσιά να τη δούμε σαν προτροπή, σαν ευκαιρία για εξέλιξη ή σαν αδικία. Η ουσία είναι: Νιώθεις δυνατή να προχωρήσεις; «Ναι», απαντάει το Τρίτο γουρουνάκι.

Επίσης έρχεται στο νου μας η εικόνα της γέννας. Ένα μωρό μπορεί να είναι απρόθυμο να γεννηθεί και να βιώνει ως βία και διωγμό τη γέννησή του. Αυτό μπορεί να αφήσει μια αίσθηση ότι η μητέρα είναι απορριπτική και σκληρή. Αν έμενε όμως στην κοιλιά της, θα πέθαιναν και οι δύο.

«Ενοχλούμαι με τις δικαιολογίες και τα τεχνάσματα που βρίσκω για να μένω άπραγος! Θέλω να δράσω, να πάω κοντά στον λύκο, να ζήσω τη ζωή…! Και πάντα διατηρώ το δικαίωμά μου να αποτραβηχτώ αν χρειαστεί…, αλλά ας κάνω κάτι! Αυτή η  μιζέρια ήδη έχει φάει δύο γουρουνάκια! Αν συνεχίζει, θα φάει και το τρίτο γιατί θα έρθει ένας πιο έξυπνος λύκος, θα μπει από την πίσω πόρτα και θα μου δημιουργήσει ένα ωραίο καρκίνο ή άλλο αυτοάνοσο. Και πάλι το σπιτάκι μου θα καταστραφεί! Θέλω να αποφύγω αυτή την εξέλιξη!» δηλώνει το Ενήλικο γουρουνάκι με σχέδια και οράματα.

Ο Παρατηρητής αναφέρει «Η κακομοιριά καταστρέφει ακόμα και τα πιο δυνατά μέλη του συνόλου. Έχει καταστρέψει τον λύκο τον ίδιο, του έχει ρουφήξει όλη τη δύναμη, έχασε τον σκοπό του. Ο λύκος μπορεί να είναι η πρόκληση που φέρνει η ζωή.»

Δύο είναι οι στάσεις  που αποδυναμώνουν το γουρουνάκι: Η επίκριση και απόδοση της ευθύνης στη μάνα και η αίσθηση προσωπικής αδυναμίας, απόγνωσης, απελπισίας. Η στάση «καλύτερα να μην υπάρχω».

«Ο χρόνος χτίζει πόντο πόντο την διεύρυνση της αντίληψής μας προς τα μέσα και προς τον έξω κόσμο. Το γουρουνάκι ποτέ δεν θα είναι ικανό να αντιληφθεί όλο το μεγαλείο του κόσμου που το περιβάλλει.» αναφέρει  το Ενήλικο γουρουνάκι. «Ωραία τα λες εσύ, που είσαι στο φως!» γκρινιάζει το έμβρυο. «Εγώ νιώθω σαν σκουλήκι, ένα παράσιτο, που ρουφάει ενέργεια να διατηρηθεί!»  «Χάρη σε σένα όμως κρατήθηκε στη ζωή όλο το σύνολο!» του απαντάει το Ενήλικο… «Τώρα όμως μπορείς να απαλλαγείς από αυτόν το ρόλο!» « Ή να αφομοιωθείς, να φαγωθείς πραγματικά» συμπληρώνει η συντονίστρια. «Οι δύο αυτές αναπτυξιακές φάσεις να ενσωματωθούν. Για να είναι το γουρουνάκι ελεύθερο να προχωρήσει, να χτίσει καινούρια σπίτια, να κάνει παρέα με καινούριους λύκους… Εσύ παραμένεις εγκλωβισμένο στα αρνητικά συναισθήματα και έτσι το γουρουνάκι δεν μπορεί να βιώνει χαρά.»

Η μητέρα δηλώνει: «Υποστηρίζω τη ζωή και τον λύκο μέσα μου. Ο ρόλος μου ήταν να σας δώσω την ευκαιρία να έρθετε στη ζωή για να παίξετε το μεγάλο παιχνίδι. Και αυτό έκανα! Δική σας επιλογή είναι πως θα το παίξετε το παιχνίδι, αν θα το περάσετε με θυμό, κλαίγοντας ή δημιουργώντας. Και αυτό είναι το μόνο που σας είπα όταν φεύγατε: Να δίνετε τον καλύτερό σας εαυτό! Ζήστε όσο καλύτερα μπορείτε!»

Τα μικρότερα γουρουνάκια συνεχίζουν όμως να την κατηγορούν.  «Μέχρι τώρα όλη η προσοχή πηγαίνει στις δυσκολίες και στον πόνο. Γιατί δεν βλέπουμε το επιτυχημένο γουρουνάκι;» αναφέρει η συντονίστρια και ζητάει στο Μεγάλο γουρουνάκι να σταθεί μπροστά στη μητέρα και να της πει ότι του έχει προσφέρει αρκετά. Κι έτσι έγινε.

Ορίζουμε  χώρο  που εκπροσωπεί τη ζωή, τη χαρά και την δημιουργία. Η μητέρα αμέσως τρέχει να μπει μέσα. Αλλά η συντονίστρια τη σταματά: «Το γουρουνάκι χρειάζεται να δημιουργήσει έναν δικό του χώρο. Και αν θέλει να σε καλέσει αργότερα, θα το κάνει.» Και όντως μαζεύονται όλα τα κομμάτια του εκεί και νιώθει καλά, δυνατό και ευέλικτο. Μόνο η μία πτυχή (έμβρυο) αμφισβητεί ότι μπορεί ποτέ να είναι ευτυχισμένη. Μοιάζει να είναι εθισμένη στην οδύνη. Νιώθει σαν ένας αλκοολικός που δεν έχει λόγο να σταματήσει να πίνει. Ζαλίζεται και νιώθει αναγούλα. Της δίνουμε αγάπη και προσοχή  πιστεύοντας ότι θα συνέλθει. Ο λύκος αρχίζει να αγανακτεί. «Δεν αντέχω το τραβάτε με κι ας κλαίω! Αν θέλει να ζήσει ας το κάνει! Κι αν θέλει να ψοφήσει ας το κάνει!» Ο λύκος αποφασίζει να φύγει. «Προτιμώ να είμαι μόνη μου παρά να σχετίζομαι με ανθρώπους που μου ρουφάνε όλη την ενέργεια.»

Η μάνα «Συνεχίζω να νιώθω ότι ο χώρος που δημιούργησες είμαι εγώ.  Η ιδιότητές μου είναι ακριβώς αυτές, της ζωής, χαράς και δημιουργίας. Γι’ αυτό μπορώ και γεννώ νέα ζωή.  Όπου και να πάνε τα παιδιά μου, όσο μακριά μου και να είναι, μπορούν να νιώθουν την αγκαλιά μου. Να ζήσουν τις ζωές τους με χαρά και δημιουργικότητα, με τον δικό τους τρόπο. Με την ευχή μου!» Γίνεται η Μάνα-αρχέτυπο.

Οι πτυχές μπαίνουν στον χώρο της Ζωής. Η μία μένει απ’ έξω ξαπλωμένη. Παρατηρούμε την εικόνα και συνειδητοποιούμε ότι ως Σύνολο λέμε ΝΑΙ στη Ζωή, στη Χαρά και στη Δημιουργία. «Εγώ, ο Άνθρωπος – σύνολο δεν ταυτίζομαι με καμία από τις πτυχές μου. Ξέρω, ότι έχω ένα κομματάκι μέσα μου που αρνείται τη ζωή, αλλά δεν λέω «Αρνούμαι την ζωή», γιατί ξέρω, ότι είμαι πολύ περισσότερο από αυτό το ένα κομματάκι. Παραδέχομαι ότι έχω ένα κομμάτι μέσα μου που κρατάει θυμό στη μάνα, αλλά δεν λέω «Είμαι θυμωμένη», γιατί μπορώ και συνειδητοποιώ και όλα τα υπόλοιπά μου συναισθήματα προς τη μητέρα, την τρυφερότητα, την αγάπη, την κατανόηση…»  Αυτό αρέσει πολύ στις πτυχές, γιατί νιώθουν ελεύθερες να αισθάνονται και αποδεκτές με όλα τα συναισθήματά τους. Ο καθένας βρίσκει μια θέση όπου νιώθει καλά με τον εαυτό του και με το σύνολο.

Στον τελικό κύκλο μοιραζόμαστε τις εμπειρίες μας από την αναπαράσταση και το πώς αυτή ακούμπησε τα θέματα που αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας. Επίσης προσφέρουμε ενθάρρυνση και ανατροφοδότηση στα μέλη της ομάδας.

Για παράδειγμα: ένας άντρας δήλωσε ότι είναι με τη σύζυγό του σε διαδικασία ανεύρεσης καινούριου σπιτιού, γιατί τώρα μένουν στο σπίτι μαζί με την πεθερά του και υπάρχουν κάποιες εντάσεις μεταξύ μάνας και κόρης. Ο ίδιος το σκέφτεται, μιας και είναι δύσκολη η εποχή για ένα  τέτοιο οικονομικό άνοιγμα.  «Ενώ έχω την αίσθηση ότι είμαι ακινητοποιημένος, έχω διεξόδους και μπορώ να τις ψάξω. Και αν δω ότι θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή μας, μπορώ να αναθεωρήσω.»

Μία γυναίκα μίλησε για την εμπειρία της σαν παιδί όταν ζούσανε ως μετανάστες στο εξωτερικό. Ένιωθε σαν τον κακό λύκο, τα παιδιά την ξεχώριζαν γιατί μιλούσε άλλη γλώσσα και είχε άλλες συνήθειες. Επίσης της ήτανε πολύ σημαντικό ότι στην αναπαράσταση κατάφερε να οριοθετηθεί απέναντι σε «ένα άτομο με εθισμό».

Διαπιστώνουμε ότι τελικά τα γουρουνάκια ανοιχτήκαμε στη ζωή με χαρά και διάθεση για δημιουργία, φεύγοντας από μια περιορισμένη μήτρα της μητέρας μας σε μια ζωή πολύ πιο ανοιχτή ως προς τις ευκαιρίες  και την προσωπική εξέλιξη. Η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία είναι σκόπιμες, είναι εργαλεία που χρησιμοποιούμε εμείς κατά βούληση.

Κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης συχνά αναδύονται προσωπικά άλυτα προβλήματα, καθώς και θέματα  των προγόνων τα οποία μας απασχολούν υποσυνείδητα και χρειάζεται να επιλυθούν για να αποκτήσουμε καλύτερη ισορροπία και υγεία. Αναβιώνοντας διάφορες σημαντικές καταστάσεις από το παρελθόν, αποφορτίζουμε τα συναισθήματα που έμειναν παγωμένα στον χρόνο και επίσης μπορούμε να τις επεξεργαστούμε με τον σημερινό ενήλικο νου. Η προστατευτική δύναμη της ομάδας  στηρίζει την έκβαση της αναπαράστασης. Με αποδοχή, κατανόηση και εχεμύθεια.  Δεν είναι ούτε εύκολο αλλά ούτε και επιθυμητό να βγάλουμε κάποια συγκεκριμένη  ερμηνεία ή αποτέλεσμα. Η μία προσωπική ιστορία διαδέχεται την άλλη, όπου τα σύμβολα, όπως ο λύκος  ή το σπιτάκι αλλάζουνε νόημα σύμφωνα με το καινούριο σκηνικό (και το αόρατο παρασκήνιο…). Πολλές φορές μπορεί να δημιουργηθεί σύγχυση, ποιος είναι το «θύμα» και ποιος ο «θύτης». Άλλοτε ο λύκος συμβολίζει τον φόβο και άλλοτε τη δύναμή μας ή τα ένστικτα μας. Ο αναγνώστης ίσως να μην βγάζει εύκολα άκρη. Αλλά ο καθένας από τους συμμετέχοντες καταλαβαίνει πολύ καλά τι σημαίνει κάθε φράση που λέει και σε ποιον απευθύνεται στην πραγματική του ζωή.

 

3. Αναπαράσταση 2018            Ένα σπίτι μόνο υπάρχει – της καρδιάς!…     

Αρχικά, σε όλες τις αναπαραστάσεις αυτού του παραμυθιού, οι συμμετέχοντες σοκάρονται με την έκβαση, ότι δηλαδή ο λύκος τρώει τα πρώτα δύο γουρουνάκια. Αυτό προκαλεί ένα κύμα δυσφορίας, με έντονα συναισθήματα προς τη μητέρα, ότι τα έστειλε μακριά της πριν να ωριμάσουν. Με την απουσία της μητρικής στοργής γίνονται σημαντικές οι αδερφικές σχέσεις.

«Γιατί δε με ανέλαβαν τα αδέρφια μου;» παραπονιέται το Μικρό γουρουνάκι.

«Δεν νιώθω πολύ μεγάλο και δεν καταλαβαίνω γιατί η μαμά μας φόρτωσε και αυτό το πιτσιρίκι!» λέει το Μεσαίο.

Το Μικρό λέει με πόνο: «Πώς συνεχίσανε τη ζωή τους; Πώς μπορούσε να κάνει κολπάκια, να μαζεύει μήλα και να πηγαίνει σε πανηγύρια ο μεγάλος μου αδερφός σαν να μην τρέχει τίποτα; Εγώ θα πέθαινα από τη θλίψη μου αν πάθαιναν κάτι τα αδέρφια μου! Γιατί δε με καθοδήγησαν τα αδέρφια μου; Γιατί δεν με ανέλαβε ο μεγάλος, να μου πει να βοηθήσω με τα τούβλα; Γιατί με άφησαν μόνο μου; Δεν επιθυμώ καθόλου να ζήσω μόνο μου! Δεν ήξερα καν ότι μπορεί να έρθει κάποιος λύκος! Εγώ για να έχω σκιά έφτιαξα το σπιτάκι, να μην ζεσταίνομαι!»

     Το Μεγάλο γουρουνάκι δεν είχε φόβο, αντιθέτως είχε απόλυτη επίγνωση του εχθρού του και πολύ εξυπνάδα και εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Ωρίμασε μέσα από την εμπειρία που βίωσαν τα δύο του αδέρφια. Είχε ένστικτο επιβίωσης και επίγνωση του θανάτου, ότι κάποια στιγμή θα έρθει το τέλος. «Ένα είμαστε,» λέει το γουρουνάκι, «θωρακίστηκα στην εμπειρία μου, σε αυτές τις αντιδράσεις που με βοήθησαν να επιβιώσω. Μετά το Μεγάλο γουρουνάκι εκφράζει την αγάπη του στο Μικρό και του δίνει υπόσχεση ότι θα θεραπεύσει τα τραύματά του.

«Δεν σε εμπιστεύομαι», λέει το Μικρό, «είσαι πολύ πονηρό και χειριστικό! Κι εσύ- κοιτάζει το Μεσαίο– είσαι βλαμμένο! Κατά βάθος θαυμάζω πολύ το μεγάλο μου αδερφό, είναι όμως απλησίαστος, ποτέ δεν θα καταφέρω να είμαι το ίδιο. Ενώ με το μεσαίο είμαι πιο κοντά, γι αυτό μπορώ και το πειράζω, μ’ ενοχλεί που τα καταφέρνει καλύτερα.»

Ακούγονται λόγια κριτικής απέναντι στο μεγαλύτερο. Ότι είναι καταφερτζής, χρησιμοποιεί κάθε τρόπο για επιβίωση και είναι εγωιστικό και αλαζονικό. Το Μεγάλο γουρουνάκι διαμαρτύρεται. «Η ευφυΐα της λογικής λέγεται αλαζονεία. Το ότι είμαι συγκροτημένο και συγκεντρωμένο στο στόχο μου παρεξηγείται και κατηγορούμαι ότι είμαι αδιάφορο. Κανένας δε βλέπει τι γίνεται μέσα στην ψυχή μου! Και με πονάει πόσο εύκολα ο καθένας καταδικάζει!»

Εξηγεί ότι έγινε προκλητικό στον λύκο ακριβώς για να του δείξει ότι δεν το φοβάται. Να υποστηρίξει το δικαίωμά του για ζωή. Ξέρει ότι είναι ευάλωτο μπροστά στη δύναμη και τη βία του λύκου που απειλεί τη ζωή του. «Θα αφιερώσω τη ζωή μου να προστατεύομαι από τους λύκους και – παράλληλα – θα τη ζω.»

– Ο λύκος είναι ο χρόνος.

– Ο λύκος είναι ο φόβος ότι θα χάσω αυτό που δημιούργησα. Εμφανίζεται πάντα αφού έχουν ολοκληρωθεί τα σπιτάκια… Αντί να θωρακιζόμαστε αξίζει να τον εξαφανίσουμε ή να συμφιλιωθούμε μ’ αυτόν…

Εμφανίζεται και το Ενήλικο γουρουνάκι, το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί από τον λύκο. Έχει άλλα ενδιαφέρονται, αναζητάει μια Γουρουνίτσα. Το Μικρό γκρινιάζει: «Εμένα που είμαι τόσο μικρό και γλυκό με ξέχασες και θέλεις να σαλιαρίζεις με μια ξένη γουρούνα;!» «Γιατί οι άνθρωποι πάντα ψάχνουν να βρουν το φταίχτη για τα βάσανά τους αντί να ψάξουν πως να καλυτερέψουν τη ζωή τους;» απαντά το Μεγάλο, «Καταλαβαίνω ότι το κάνουν από ανωριμότητα, αλλά με στεναχωρεί πολύ!»

To Μικρό συνεχίζει: «Δε θέλω να μεγαλώσω, θέλω να μείνω μικρό! Να με προσέχουν, να με προστατεύουν, να μου μαγειρεύουν γογγύλια και να με αγαπάνε! Ευχαρίστως θα επέστρεφα στο σπιτάκι της μαμάς, ακόμα και στην κοιλιά της!»

Ο βασικός εξωτερικός παράγοντας που σε διώχνει από το σπίτι σου είναι ο χρόνος. «Ναι,» απαντάει το Μικρό γουρουνάκι. «Στον κόσμο μου δεν υπήρχε χρόνος. Ο χρόνος με τράβηξε από το πόδι από τον παράδεισό μου και με αναγκάζει να μεγαλώνω και να μεταλλάσσομαι.»

Το Μεγάλο νιώθει μητρικά απέναντι στο Μικρό και το παίρνει αγκαλιά. Έρχεται και το Μεσαίο. Τους λέει: «Τη μαμά την κουβαλάτε μέσα σας! Ο μπαμπάς δε φοβάται τον λύκο, έχει σκοτώσει πολλούς και σας εμπιστεύεται ότι κι εσείς θα τα βγάλετε πέρα!» Μόλις τακτοποιούνται τα δύο ευάλωτα κομμάτια, το γουρουνάκι αρχίζει και νιώθει ερωτικά απέναντι σε μια άλλη Γουρουνίτσα. Είτε είναι τα τρία γουρουνάκια αδέρφια, είτε τρεις εξελικτικές φάσεις του ενός, έχει σημασία να μην είναι τσακωμένα μεταξύ τους. Δηλαδή να μην στρέψει  εναντίον του τα αρνητικά συναισθήματα που του προκαλούσε ο λύκος και που αδυνατούσε να επιλύσει.

Τι συμβολίζει το σπιτάκι; Μήπως είναι η εικόνα για τον εαυτό μας; Η αυτοπεποίθησή μας; Το Μικρό πιστεύει ότι δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα, το Μεσαίο στηρίζεται στις γνώσεις που έχει μάθει ενώ το Μεγάλο στις ίδιες του τις εμπειρίες, αφού έχει ενσωματώσει τα προηγούμενα στάδια του. Είναι ο ορισμός μας – ορίζω το χώρο μου και το ποιος είμαι. Αναγνωρίζω τις ανάγκες μου και δημιουργώ τις συνθήκες για να καλυφθούν.

Προκύπτει μια σύγκρουση μεταξύ του Λύκου και του Μεγάλου γουρουνιού. Ο λύκος βλέπει τον εαυτό του συμβολικά (σαν το χρόνο, φόβο, σύστημα πεποιθήσεων) το Γουρουνάκι τον αντιμετωπίζει κυριολεκτικά, σαν άγριο ζώο, μπροστά από το οποίο τα άλλα ζώα θα τρέξουν να κρυφτούν. «Οι ορμές και τα ένστικτα είναι η βάση της ζωής, όχι ο νους που μια χαρά από την απόσταση τα εκλογικεύει όλα. ΈΤΣΙ ΕΊΝΑΙ! Πρέπει να το αποδεχτούμε! Δεν μπορείς να αιωρείσαι κάπου ψηλά χωρίς να δέχεσαι αυτή την φύση σου. Είμαι γουρούνι, κυλιέμαι, τρώω, γεννάω και απολαμβάνω τη ζωή. Και θα κάνω μέχρι την τελευταία στιγμή ότι μπορώ για να μην βρεθώ στα δόντια του λύκου!»

Ακούγονται κι άλλες απόψεις: «Δε θέλω να στήσω τη ζωή μου προσπαθώντας να αποφύγω τις απειλές!»  «Η προστασία είναι η ευφυΐα της ζωής, αρκεί να μην προστατευόμαστε από την ίδια τη ζωή!»  «Δεν μπορώ να τρέχω μονίμως από φόβο μη με φάει ο φόβος!»

Η έννοια του λύκου διαφοροποιείται, ο καθένας της δίνει το δικό του νόημα. Για το Μικρό γουρουνάκι ο λύκος είναι το συναίσθημα ότι είναι πολύ μικρό και δεν θα τα καταφέρει ποτέ! «Αν με φάει, δεν θα μεγαλώσω ποτέ!» Το Μεσαίο λέει «Ο δικός μου λύκος είναι το συναίσθημα της αντίδρασης, αφήστε με ήσυχο, θέλω να τεμπελιάζω, να διαβάζω βιβλία και να κάνω μόνο ότι θέλω. Ξέρω ότι έχω ικανότητες και δύναμη να κάνω διάφορα πράγματα, αλλά βαριέμαι.» «Ο λύκος είναι τα μαθήματά μου» λέει το Ενήλικο γουρουνάκι. «Η πρόκληση, η δοκιμασία μας και η χαρά μας όταν την ξεπερνάμε».

Ο λύκος δηλώνει ότι νιώθει να είναι ο γηραιότερος της αγέλης και ότι παραδίδει τη σκυτάλη σε νεότερους λύκους, με άλλες ποιότητες. «Όπως αλλάζει η εικόνα του λύκου ως άγριου απειλητικού ζώου, που κάποτε του είχατε προβάλλει όλους τους φόβους σας, ενώ τώρα ανήκει στα προστατευόμενα είδη, έτσι και η εικόνα του λύκου ως ενός συστήματος πεποιθήσεων αλλάζει. Πλέον γίνονται τα «δόγματα» πιο απλά, πιο εύκολα κατανοητά και πιο σύγχρονα.»

Εμφανίζεται η «Μητέρα Γη» και ζητάει την αποδοχή των πλασμάτων της. «Καταλαβαίνω πότε με αρνείστε. Χρειάζονται επανειλημμένοι μικροί θάνατοι για να υπάρξει εξέλιξη, τόσο μέσα σε ένα ον (τα κύτταρά του) όσο και εξωτερικά, η μία μορφή της ζωής θρέφεται από την άλλη. Ο θάνατος είναι η ύψιστη ζωή. Θα του άξιζε να τον γιορτάζουμε. Ο λύκος έχει να κάνει με τον φόβο του θανάτου. Το ένα πρέπει να πεθάνει για να ζήσει κάτι άλλο!» Ο λύκος συμφωνεί.

Το Μεγάλο γουρουνάκι λέει: Νιώθω τόση ευγνωμοσύνη που θέλω να φιλήσω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Η Γη απαντάει: «Νιώσε την πατούσα σου να έχει χείλη και  έτσι με κάθε σου βήμα θα με φιλάς… Χάρη στο θάνατο-μετάβαση γίνεσαι αθάνατος, περνάς σε άλλη μορφή ζωής. Η ουσιαστική εξέλιξη είναι μετά τον θάνατο, μαζί με όλα όσα παίρνουμε από εδώ, μέχρι την επόμενη φορά, έτσι ώστε αν έχει μείνει κάτι σε εκκρεμότητα, μπορούμε να επιστρέψουμε και να το τακτοποιήσουμε. Για να μην υπάρχει ο φαύλος κύκλος.»

Η λέξη «εκκρεμότητα» ενεργοποιεί κάτι στο Μεγάλο γουρουνάκι (που εκπροσωπείται από μία γυναίκα συναισθηματικά συνδεδεμένη με την Κύπρο). Ξαφνικά αισθάνεται πολύ άβολα. «Νιώθω ένας άνθρωπος που γίνεται λύκος, θηρίο έτοιμο να ορμήσει!». Συνδέθηκε με την ιστορία ενός ατόμου που σκοτώθηκε κατά την εισβολή. «Δεν έπρεπε να γίνει αυτό!  Ήταν μοιρασμένα και ζούσαμε αρμονικά!!» λέει με ένταση «Ο καθένας έπρεπε να είχε μείνει στο σπίτι του!» Ο λύκος γι αυτήν ήταν ο Τούρκος-εισβολέας. Αργότερα συγκινημένη λέει: «Βαθιά μέσα μου πιστεύω ότι μπορεί ούτε αυτοί να μην φταίνε. Νομίζω ότι μας παίξανε σαν ζάρια στο τάβλι, σαν να ήμασταν τα πιόνια τους και μας βάλανε να σκοτωθούμε. Αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ, γιατί ζούσαμε ειρηνικά, ένα σπίτι από εδώ, ένα από εκεί. Μια εκκλησία, ένα τζαμί. Κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε! Αλλά όχι να εξοστρακιστούμε από τα ίδια μας τα εδάφη, από τα σπίτια μας!» Κλαίει με μεγάλη πίκρα και απόγνωση: «Δεν μπορώ να πάω εκεί που γεννήθηκα, να φιλήσω την γη και να προσκυνήσω!»

Η εκπρόσωπος της Γης λέει τρυφερά: «Όσα σπιτάκια να χτίσετε, το έδαφος, η γη δεν χωρίζεται. Δεν «ανήκει» σε κανέναν.  Σε όποια σπιθαμή της γης κι αν ακουμπήσεις τα χείλη σου, παντού είναι η Μάνα σου!» Η συντονίστρια: «Όποιος και να ζει τώρα στο σπιτάκι σου, είναι αδερφός σου. Όσο σκληρό και να ακούγεται…»

«Δεν μ’ ενοχλούν αυτοί οι άνθρωποι! Με ενοχλεί η πράξη της αδικίας από τους άλλους! Το πούλημα, η κοροϊδία με πονάει! Μέσα μου, η ουσία μου πιστεύει ότι είμαστε όλοι ένα. Αλλά ένα κομμάτι μου ουρλιάζει… δεν είναι εύκολο να το ξεπεράσεις όταν έχεις πεθάνει γι’ αυτό!! Η άποψη που έχω εγώ είναι η άποψη όλων που έχουνε πέσει μαζί μου! Δεν εκπροσωπώ μόνο ένα άτομο. Την αγαπώ πάρα πολύ την Κύπρο!»

«Ένα σπίτι μόνο υπάρχει – της καρδιάς!» λέει η Γη. Κάνουμε έναν κύκλο αγάπης καλώντας το φως και τη συγχώρεση μέσα μας, σε κάθε παραπονεμένη πτυχή του εαυτού μας που κάποτε ένιωθε μόνη και αδύναμη και φοβόταν την ανυπαρξία ή που ένιωθε αδιαφορία για την πορεία της στη ζωή. Φως και αγάπη στην κάθε πληγή που αγγίξαμε, στον πόνο του ξεριζώματος, στην αίσθηση της αδικίας.

Ο λύκος  – όλα όσα μας χωρίζουν (και όλες οι θρησκείες)… γίνεται μνημείο, χωρίς πόνο και ενοχές. Μόλις ανάψαμε το κερί ο λύκος απομακρύνεται. Φεύγοντας λέει λόγια παρηγορητικά.

Σύνοψη: Τα τρία γουρουνάκια συμβολίζουν τις φάσεις της ζωής ενός ατόμου, την παιδική που νιώθει πολύ μικρό και ανήμπορο να αντεπεξέλθει στη ζωή, την εφηβική όπου έχει πια κάποιες ελευθερίες και κάποιους μηχανισμούς επιβίωσης, έχει και ενδιαφέροντα. Αυτό που του λείπει ακόμα είναι η πρόθεση να αναλάβει του εαυτό του. Και στο τέλος την ενήλικη, όπου με μια σχετική ευκολία αντιμετωπίζει τον λύκο, σύμβολο των πεποιθήσεων μας για το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να κάνουμε στο πέρασμα του χρόνου που φέρνει αλλαγές (και μας αλλάζει) είτε αυτό μας αρέσει είτε όχι. Και φυσικά, την πηγή όλων των φόβων, που είναι ο φόβος του θανάτου.  Έρχεται λοιπόν μια πτυχή από το γουρουνάκι- η ώριμη μητρική – και αναλαμβάνει τα πιο ευάλωτα κομμάτια. Φτάνει να ανακαλύπτει, ότι «δεν πεθαίνω! Αν αναγνωρίσω και συμφιλιωθώ με τον φόβο του θανάτου, συνειδητοποιώ ότι όσους θανάτους και να έχω περάσει, είμαι εδώ  για να  συνεχίσω να εξελίσσομαι.»

Στα φαινομενικά πιο απλά παιδικά κειμενάκια μπορούν να κρύβονται τα πιο βαθιά υπαρξιακά θέματα…